Στο πρώτο παιχνίδι με τους Milwaukee Bucks οι Boston Celtics, όπως παραδέχτηκαν και οι ίδιοι, δεν περίμεναν πως θα αντιμετώπιζαν μια τόσο δυνατή άμυνα και έχασαν τα αυγά και τα πασχάλια. Στο δεύτερο όμως παρουσιάστηκαν έτοιμοι να την χτυπήσουν εκεί που πονάει και καλύπτοντας κάθε αδυναμία της δικής τους έφεραν τη σειρά στα ίσα (1-1).

Η καλύτερη άμυνα του NBA ήταν σαν να τράκαρε με τον καθρέφτη της. Οι Bucks έδωσαν στους Celtics να δοκιμάσουν λίγο από το δικό τους «φάρμακο» και τους αποσυντόνισαν πλήρως επιθετικά κερδίζοντας τους 101-89. Τους έκοψαν κάθε δρόμο προς το καλάθι τους σε τέτοιο βαθμό που από ένα σημείο και μετά έμοιαζαν σαν να φοβούνται να το πλησιάσουν από την πίεση που τους ασκήθηκε και από το ξύλο που έφαγαν με αποτέλεσμα να πελαγώσουν και να αναλωθούν σε συνεχείς ατομικές προσπάθειες πίσω από τη γραμμή του τριπόντου. Σούταραν περισσότερα τρίποντα από ποτέ σε αγώνα για τα playoffs σταματώντας στα 50 εκ των οποίων τον στόχο βρήκαν τα 18, αλλά είχαν μόλις 10/34 δίποντα.

Αν αναλογιστεί κανείς πως το Milwaukee επί τέσσερα συνεχόμενα χρόνια είναι η ομάδα που δέχεται τα περισσότερα τρίποντα ανά αγώνα (14.5 φέτος) στο NBA η στρατηγική τους δεν ήταν λανθασμένη. Το πρόβλημα ήταν ο τρόπος εκτέλεσης της. Οι Bucks ρισκάρουν το τρίποντο επιθυμώντας να στείλουν τους αντιπάλους τους πάνω στον Γιάννη Αντετοκούνμπο και τον Brook Lopez που συνθέτουν το κορυφαίο δίδυμο του πρωταθλήματος όσον αφορά την προστασία του καλαθιού και από την στιγμή που η Βοστώνη είχε μηδενική κίνηση στην περιφέρεια δεν μπορούσε να βρει ελεύθερα σουτ ώστε να τους κάνει μεγαλύτερη ζημιά. Κοινώς ήταν σαν να πολιορκούσε άσκοπα ένα οχυρωμένο φρούριο.

Στην δεύτερη αναμέτρηση τους όμως έβαλε σε εφαρμογή ένα άρτιο σε εκτέλεση πλάνο και έφτασε σε εύκολη νίκη με 109-86. Οι Celtics έπρεπε να εκμεταλλευτούν τους χώρους που δεν φτάνουν τα τεράστια χέρια των ψηλών των Bucks και για αρχή έκαναν κάτι που δεν είχαν κάνει καθόλου στον προηγούμενο αγώνα. Σούταραν από μέση απόσταση. Στο πρώτο παιχνίδι είχαν επιχειρήσει μόνο πέντε σουτ ανάμεσα στο τρίποντο και το ζωγραφιστό χωρίς να ευστοχήσουν σε κανένα και αυτή τη φορά σχεδόν τετραπλασίασαν τις προσπάθειες τους (18) σουτάροντας με 47%. Έτσι με 5/8 σουτ από μέση απόσταση στην πρώτη περίοδο άρχισαν να δημιουργούν τα πρώτα ρήγματα στην άμυνα των Bucks.

Μάλιστα ο Jaylen Brown που στον προηγούμενο αγώνα έμεινε στους 12 πόντους με 4/13 σουτ το έκανε κατά κόρων και μετά την ολοκλήρωση του πρώτου δωδεκάλεπτου είχε κιόλας φτάσει τους 17. Ακόμα σε αντίθεση με το πρώτο παιχνίδι οι Celtics δεν δίστασαν να πάνε στο καλάθι. Όχι τόσο για να τελειώσουν φάσεις, αλλά περισσότερο προκειμένου να κρατήσουν απασχολημένους τον Αντετοκούνμπο και τον Lopez. Διείσδυση-πάσα έξω-συνεχόμενη κίνηση στην περιφέρεια-καλή κυκλοφορία της μπάλας ήταν μια διαδικασία που οδήγησε σε ουκ ολίγα αμαρκάριστα τρίποντα και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό.

Η Βοστώνη σούταρε 43 τρίποντα και έβαλε τα πιο πολλά (20) στην ιστορία της σε αναμέτρηση των playoffs με τον Brown (30 πόντοι, 6/10 τρίποντα, 6 ασίστ, 2 κλεψίματα), τον Jayson Tatum (29 πόντοι, 5/10 τρίποντα, 8 ασίστ, 3 κλεψίματα) και τον Grant Williams (21 πόντοι, 6/9 τρίποντα), που ήρθε από τον πάγκο για να κάνει την καλύτερη εμφάνιση της καριέρας του, να γονατίζουν τους Bucks. Επιπλέον οι 10 πόντοι που πήρε από τον Robert Williams είναι μια συνεισφορά που της είναι απαραίτητη σε κάθε αγώνα την σειράς. Ο Time Lord όπως είναι το παρατσούκλι του center των Celtics δεν συνιστά επιθετική απειλή αλλά όταν πιάνει τον μέσο όρο του (10 πόντοι) τους δίνει πολύτιμες λύσεις μέσα στην ρακέτα όπου υστερούν ξεκάθαρα απέναντι στο Milwaukee.

Φυσικά αμυντικά η παρουσία του έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία, καθώς μαζί με τον Marcus Smart (πήρε το βραβείο του αμυντικού της χρονιάς στο NBA) που έμεινε εκτός λόγω τραυματισμού αποτελούν τους κορυφαίους αμυντικούς της ομάδας τους. Δια του λόγου το αληθές στο πρώτο παιχνίδι οι παίκτες των Bucks είχαν 0/11 σουτ απέναντι του και ο Αντετοκούνμπο 0/5. Οι Celtics όμως επικεντρώθηκαν τόσο πολύ στο να σταματήσουν τον Γιάννη που την πάτησαν από τους συμπαίκτες του. Ναι μεν τον ανάγκασαν να σουτάρει με 36% (9/25 σουτ) και να μείνει στους 24 πόντους αλλά από τις 12 ασίστ που μοίρασε προήλθαν άλλοι 31, ενώ οι εφτά από αυτές κατέληξαν σε εύστοχο σουτ τριών πόντων.

Στο δεύτερο παιχνίδι πάλι άλλαξαν προσέγγιση στο μαρκάρισμα του. Επέλεξαν να τον αντιμετωπίσουν με λιγότερες βοήθειες, του έριξαν άπλετο ξύλο, του έκοψαν τις πάσες στην περιφέρεια, τον πίεζαν από την πρώτη στιγμή που έπαιρνε τη μπάλα μακριά από το καλάθι για να ξεκινήσει τις επιθέσεις των Bucks και ουσιαστικά τον απέκοψαν από την υπόλοιπη ομάδα. Ο Αντετοκούνμπο ξεκίνησε την αναμέτρηση με 0/6 σουτ, έβγαλε το πρώτο ημίχρονο με 2/12 και και το Milwaukee στην ανάπαυλα ήταν πίσω 65-40. Ο συνολικός απολογισμός του ανήλθε στους 28 πόντους με 11/27 σουτ και πραγματικά η άμυνα που έπαιξε εναντίον του ο Al Horford (11 πόντοι, 11 ριμπάουντ, 4 κλεψίματα) είναι άξια βραβείου.

Ο 35χρονος power forward ευθύνεται για το κάκιστο πρώτο ημίχρονο του Γιάννη (απέναντι στον Horford έως τώρα στην σειρά έχει 6/22 σουτ), αφού τον αντιμετώπισε πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλον παίκτη που τον έχει μαρκάρει ένας εναντίον ενός. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Αντετοκούνμπο υπέπεσε σε 6 λάθη (τα περισσότερα που έχει κάνει φέτος στα playoffs) και από τις 7 ασίστ του δημιουργήθηκαν 14 πόντοι δηλαδή έξι λιγότεροι από όσους απέφεραν μέχρι πρότινος οι πάσες του στα playoffs. Η μεγαλύτερη επιτυχία της άμυνας των Celtics σε αυτό τον τομέα ήταν πως ούτε μία δεν μετατράπηκε σε τρίποντο. Οι Bucks στον πρώτο αγώνα είχαν ευστοχήσει σε 12 τρίποντα με τον κορυφαίο παίκτη τους να δημιουργεί περισσότερα από τα μισά, ενώ τώρα είχαν 3/18 και μιλάμε για την ομάδα που στην κανονική περίοδο ήταν 4η ανάμεσα σε αυτές που έβαζαν τα πιο πολλά τρίποντα με 14.1 ανά αγώνα.

Μετά από αυτά τα δύο παιχνίδια λοιπόν οι Bucks προκάλεσαν αίσθηση με την αμυντική λειτουργία τους στο πρώτο και οι Celtics κέρδισαν τις εντυπώσεις με την εμφάνιση τους και στις δύο πλευρές του παρκέ στο δεύτερο. Η σειρά πλέον μεταφέρετε στο Milwaukee για τον 3ο και τον 4ο αγώνα και αναμένεται να συνεχιστεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς και οι δύο ομάδες έχουν την δυνατότητα να προσαρμοστούν σε κάθε πρόκληση που μπορεί να θέσει η μία στην άλλη.