Κανονικά ο Bernd Schuster θα έπρεπε να είναι γνωστός ως ένας εκ των κορυφαίων μέσων όλων των εποχών. Παρά τις τρομερές αγωνιστικές δυνατότητες που διάθετε όμως, έμεινε στην ιστορία λόγω της ιδιόρρυθμης προσωπικότητας του, αφού κατάφερε να φύγει τσακωμένος από όποια ομάδα και αν πέρασε.

Γύρω στα τέλη του 1977 η επί τρία συνεχόμενα χρόνια πρωταθλήτρια Γερμανίας Gladbach και η Κολωνία, που το 1978 της πήρε τον τίτλο στην ισοβαθμία, μονομάχησαν για την απόκτηση του τότε 18χρονου Schuster. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ο «Ξανθός Άγγελος», όπως τον «βάφτισαν» αργότερα οι φίλαθλοι της Κολωνίας, ξεχώριζε σαν την μύγα μες το γάλα στα τμήματα υποδομής της Augsburg και στις μικρές εθνικές ομάδες της Γερμανίας δείχνοντας πως μπορεί να εξελιχτεί σε πολύ σπουδαίο παίκτη. Οι δύο καλύτερες ομάδες της χώρας εκείνη την περίοδο ήταν λογικό να θέλουν να εντάξουν στο δυναμικό τους τον επόμενο ηγέτη της μεσαίας γραμμής της nationalmannschaft, όμως δεν περίμεναν πως θα κατέληγαν στα δικαστήρια για χάρη του.

Βλέπετε με την σύμφωνη γνώμη του η Augsburg είχε δώσει τα χέρια με την Gladbach, η οποία της είχε κάνει την καλύτερη οικονομική προσφορά, αλλά ταυτόχρονα ο Schuster είχε υπογράψει συμφωνία με την Κολωνία, όπου προτιμούσε να αγωνιστεί. Η Gladbach προσέφυγε στην γερμανική αθλητική δικαιοσύνη ζητώντας αποζημίωση που τελικά δεν πήρε και ο παίκτης τιμωρήθηκε με μερικές αγωνιστικές αποκλεισμό. Έτσι το 1979 έπαιξε για πρώτη φορά στην Bundesliga διαπρέποντας με την φανέλα της Κολωνίας. Ο προπονητής του, Hennes Weisweiler (ο άνθρωπος που «έχτισε» την μεγάλη ομάδα της Gladbach στα 70’s ήταν αυτός που είχε εντοπίσει τον Schuster και αποτέλεσε τον ποδοσφαιρικό του πατέρα), τον είχε χαρακτηρίσει ως τον καλύτερο παίκτη που έχει τεθεί ποτέ υπό τις οδηγίες του και είχε δηλώσει σίγουρος πως θα αποτελέσει τον διάδοχο του Franz Beckenbauer ως κυρίαρχη μορφή του γερμανικού ποδοσφαίρου. Βάσει των όσων έβλεπε δεν έλεγε ψέματα.

Ο Schuster στα 20 του ήταν ήδη ο κορυφαίος Γερμανός μέσος και με τα εννιά γκολ που έβαλε στο πρωτάθλημα το 1980, έγινε ένα από τα βασικά στελέχη της εθνικής Γερμανίας βοηθώντας την να στεφτεί πρωταθλήτρια Ευρώπης στο Euro. Οι μόλις δύο εμφανίσεις που έκανε στα γήπεδα της Ιταλίας, η οποία είχε φιλοξενήσει την διοργάνωση, ήταν αρκετές για να του δώσουν την δεύτερη θέση στην ψηφοφορία για την Χρυσή Μπάλα πίσω από τον συμπατριώτη του, Karl-Heinz Rummenigge. Το Euro τότε είχε δύο ομίλους των τεσσάρων ομάδων και οι δύο πρώτες προκρίνονταν στον τελικό. Ο Schuster δεν είχε αγωνιστεί στο 1-0 επί της Τσεχοσλοβακίας και στο 0-0 με την Ελλάδα, αλλά ήταν βασικός στη νίκη επί της Ολλανδίας με 3-2 δημιουργώντας το τρίτο τέρμα του Klaus Allofs. Στο αρχικό σχήμα είχε συμπεριληφθεί και στον τελικό με το Βέλγιο, όπου έκλεψε πάλι την παράσταση και έφτιαξε το πρώτο γκολ του Horst Hrubesch, που σκόραρε δύο φορές και έδωσε τη νίκη στην Γερμανία με 2-1.

Εν τω μεταξύ στην Κολωνία ο Karl-Heinz Heddergott έχει διαδεχτεί τον Weisweiler στον πάγκο. Από την πρώτη κιόλας προπόνηση ο Schuster θεωρεί πως οι τακτικές που ακολουθεί είναι παιδικές και τον χαρακτηρίζει ερασιτέχνη. Έγιναν μαλλιά κουβάρια και το αποτέλεσμα ήταν να ζητήσει άμεσα μεταγραφή λέγοντας στην διοίκηση πως είναι πρωταθλητής Ευρώπης και δεν ανέχεται να παίζει για έναν προπονητή χαμηλού επιπέδου. Προκειμένου να πιέσει για την παραχώρηση του είχε σκεφτεί να απέχει από τις προπονήσεις και τις αγωνιστικές υποχρεώσεις της ομάδας, όμως τελικά έδωσε το «παρών» στους πέντε πρώτους αγώνες του πρωταθλήματος. Οι επιλογές για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του αρχικά ήταν δύο. Να ακολουθήσει τον Weisweiler στις ΗΠΑ ώστε να συνεργαστεί ξανά μαζί του στους New York Cosmos ή να πάει στην Bayern Munich.

Οι Βαυαροί τον ήθελαν, αλλά δεν ήταν πρόθυμοι σε καμία περίπτωση να ξοδέψουν για την απόκτηση του τα περίπου δύο εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα που ζητούσε η Κολωνία. Έκριναν υπερβολικές τις απαιτήσεις της χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα πως τα περισσότερα χρήματα που είχαν δοθεί έως τότε για μεταγραφή από γερμανική ομάδα ήταν οι 500 χιλιάδες ευρώ, που είχε πληρώσει το Αμβούργο στην Liverpool για να πάρει τον Kevin Keegan πριν τρία χρόνια. Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι της Κολωνίας δεν ήθελαν να τους τον δώσουν για κανέναν λόγο (σ.σ. η Bayern λόγω του καθεστωτικού χαρακτήρα της ήταν από τότε μισητή για τις υπόλοιπες ομάδες της Bundesliga). Οι Αμερικάνοι πάλι ήταν έτοιμοι να πληρώσουν όσο όσο, αλλά η Ένωση Παικτών του Πρωταθλήματος τους παρενέβη και μπλόκαρε την μεταγραφή θεωρώντας τις αστρονομικές οικονομικές απολαβές που θα είχε ο Schuster αθέμιτο ανταγωνισμό.

Κάπου εκεί εμφανίστηκε η Barcelona, που είχε εντυπωσιαστεί με όσα είχε δει στο Euro και με συνοπτικές διαδικασίες o Schuster μετακόμισε στην Βαρκελώνη. Το αστείο της υπόθεσης ήταν πως μετά την παραχώρηση του, η Κολωνία απέλυσε τον Heddergott και έφερε στην θέση του τον Rinus Michels με τον θρυλικό Ολλανδό προπονητή να αναφέρει στις πρώτες του δηλώσεις: «Δυστυχώς ήρθα πολύ αργά στην ομάδα και ήταν μεγάλη απογοήτευση που δεν βρήκα εδώ τον Schuster, αλλά η διοίκηση μου είπε πως η πώληση του ήταν αναγκαία. Θα γίνει σπουδαίος μέσος και μεγάλος σταρ. Θεωρώ πως είναι αδύνατον να βρω έναν καλό αντικαταστάτη για την θέση του». Η μεταγραφή του Schuster ήταν πρώτο θέμα στις γερμανικές εφημερίδες, που κατέκριναν την συμπεριφορά του όπως και ο Uli Stielike (ο κορυφαίος Γερμανός αμυντικός της εποχής που αγωνιζόταν στην Real Madrid), ο οποίος είχε πει έξω από τα δόντια πως η Κολωνία έκανε καλά που τον ξεφορτώθηκε γιατί δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την επιτυχία του Euro και η παρουσία του θα της δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα.

Αυτός που είχε περιγράψει καλύτερα την κατάσταση πάντως ήταν ο παρτενέρ του Schuster στο κέντρο της Κολωνίας και της εθνικής Γερμανίας, Rainer Bonhof: «Διαφωνώ κάθετα με τους δημοσιογράφους, ο Bernd δεν είναι ταραχοποιός. Πρόκειται για έναν καλό συμπαίκτη και σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Το περιστατικό με τον προπονητή μας ήταν ατυχές. Είναι κρίμα, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν τεταμένες και έπρεπε να δοθεί μία λύση. Δεν θέλαμε να τον χάσουμε, όμως στην Barcelona θα έχει την ευκαιρία να γίνει ένας από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο. Είναι δυνατός σαν τον Neeskens και διαθέτει την ποιότητα του Cruyff. Γύρω του στην Βαρκελώνη μπορούν να φτιάξουν μια υπερομάδα». Η αλήθεια είναι πως ο Schuster μέσα στο γήπεδο έμοιαζε περισσότερο με Ολλανδό παρά με Γερμανό. Για να το θέσουμε πιο σωστά συνδύαζε τα καλύτερα στοιχεία και των δύο αυτών ποδοσφαιρικών σχολών.

Στο Camp Nou λοιπόν εμφανίστηκε ένας παίκτης που όμοιος του δεν είχε υπάρξει ξανά. Με ύψος 1.81 μέτρα, γερμανική δύναμη και αντοχή και κινήσεις και εμπνεύσεις βγαλμένες από το ολλανδικό total football, ο Schuster πριν από 30 χρόνια έπαιζε την θέση του μέσου όπως παίζεται σήμερα, αφού δεν υπήρχε τίποτα που να μην μπορούσε να κάνει στον αγωνιστικό χώρο. «Κάλπαζε» με τη μπάλα στα πόδια, έκανε αμέτρητα χιλιόμετρα τρέχοντας να μαρκάρει και να κόψει, μπορούσε να ντριπλάρει δυο και τρεις αντιπάλους μαζί, σκόραρε πολύ για την θέση του, ήταν εξαιρετικός εκτελεστής στημένων φάσεων βάζοντας ουκ ολίγα εντυπωσιακά απευθείας φάουλ και φυσικά τροφοδοτούσε τους συμπαίκτες του, με την μακρινή ψηλοκρεμαστή μπαλιά πίσω από το κέντρο να αποτελεί το σήμα κατατεθέν του.

Από την πρώτη κιόλας χρονιά του στην Barcelona (λίγο μετά την απόκτηση του αποκλείστηκε στο UEFA Cup από την Κολωνία χάνοντας 4-0 στο γήπεδο της παρότι την είχε κερδίσει 1-0 στην Γερμανία) ήταν ο καλύτερος παίκτης της. Στα 23 παιχνίδια που αγωνίστηκε στο Ισπανικό Πρωτάθλημα το 1981 πέτυχε 11 τέρματα με την ομάδα του να κερδίζει σε όλες τις αναμετρήσεις που σκόραρε με εξαίρεση το 1-1 της 25ης αγωνιστικής με την Betis, όπου σημείωσε το γκολ της ισοφάρισης (σ.σ. μέχρι να ολοκληρωθεί η μεταγραφή του η Barcelona είχε ηττηθεί πέντε φορές στις πρώτες οκτώ αγωνιστικές). Ο μόνος συμπαίκτης του που έβαλε περισσότερα γκολ ήταν ο αείμνηστος Enrique Castro (γνωστός ως Quini), που ήταν ο πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 20 τέρματα. Μάλιστα άθελα του είχε γίνει η αιτία ώστε ο Schuster να έρθει σε σύγκρουση με την διοίκηση του συλλόγου.

Τον Μάρτιο του 1981 ο Ισπανός επιθετικός είχε πέσει θύμα απαγωγής και ο Γερμανός είχε δηλώσει ορθά κοφτά πως δεν πρόκειται να αγωνιστεί μέχρι να απελευθερωθεί ο συμπαίκτης του. Η Barcelona τον είχε αναγκάσει, όπως και όλους τους παίκτες της που σκέφτονταν να μποϊκοτάρουν τους επόμενους αγώνες της, να παίξει κανονικά και η αντίδραση του ήταν να δηλώσει στους δημοσιογράφους πως αυτό που έκανε η ομάδα του δείχνει έλλειψη ανθρωπιάς. Τιμωρήθηκε με «τσουχτερό» πρόστιμο και αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια μέχρι την απελευθέρωση του, που έγινε ύστερα από 25 μέρες κράτησης σε ένα υπόγειο στην Σαραγόσα από δύο νεαρούς ερασιτέχνες απαγωγείς. Μέσα σε αυτό το διάστημα η Barcelona υπέστη τρεις ήττες και έφερε μία ισοπαλία σημειώνοντας μόλις ένα γκολ, κάτι που οδήγησε στην απώλεια του τίτλου.

Ο προπονητής της, Helenio Herrera (ο Αργεντινός ήταν αυτός που είχε οδηγήσει την Inter στην κατάκτηση δύο συνεχόμενων Champions League το 1964 και το 1965), βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί στον Schuster για όσα του έσουρνε όλη τη χρονιά (τον θεωρούσε παλιομοδίτη και έλεγε πως δεν έχει ιδέα από σύγχρονες προπονητικές μεθόδους, ενώ υποστήριζε πως τον περιορίζει αγωνιστικά και δεν θέλει να του δώσει περισσότερη ελευθερία κινήσεων) και χωρίς κανέναν ενδοιασμό τον χαρακτήρισε ως τον χειρότερο παίκτη της σε κάθε εκτός έδρας αναμέτρηση. Από την άλλη ο ίδιος προκειμένου να αμυνθεί είχε υποστηρίξει πως λάμβανε γράμματα από τους φιλάθλους των άλλων ομάδων, που έλεγαν πως αν σκοράρει θα απαγάγουν και αυτόν. Παρόλα αυτά οι Καταλανοί πήραν τουλάχιστον το Copa del Rey κερδίζοντας στον τελικό την Sporting Gijon 3-1 με δύο γκολ από τον Quini (σ.σ. από το 1969 μέχρι το 1980 φορούσε την φανέλα της Gijon με την οποία είχε σκοράρει 197 φορές και είχε αναδειχτεί πρώτος σκόρερ στο Ισπανικό Πρωτάθλημα το 1974, το 1976 και το 1980).

Προβλήματα όμως είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται και στις σχέσεις του με την εθνική Γερμανίας. Ο Schuster δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι την επιστροφή του Paul Breitner στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του, καθώς μαζί με τον Rummenigge (όταν οι εφημερίδες της Βαρκελώνης είχαν γράψει πως η Barcelona ενδιαφέρεται για την απόκτηση του ο Schuster είχε απειλήσει την διοίκηση πως θα φύγει από την ομάδα εάν τον πάρει) ήταν αυτοί που έκαναν κουμάντο στην ομάδα. Ο Breitner ειδικά ήταν «κόκκινο πανί» γι’ αυτόν. Στα τέλη της καριέρας του από αριστερός μπακ είχε γίνει αμυντικός μέσος και ήταν αυτός που ήθελε να κατευθύνει το παιχνίδι κάτι που ήταν δουλειά του Schuster. Εκτός αυτού επειδή ήταν ακόμα μικρός του φερόταν σαν να είναι ο νεροκουβαλιτής του, κάτι που τον εξόργιζε αφάνταστα. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν μια κατ’ ιδίαν συζήτηση που είχαν, κατά την οποία ο Breitner προσπάθησε να του δείξει πως να κινείται μέσα στο γήπεδο χρησιμοποιώντας σπίρτα.

Η αφορμή για να ξεκινήσει εμφύλιο πόλεμο ήταν ο αποκλεισμός του από τον αγώνα με την Φινλανδία για τα προκριματικά του World Cup το καλοκαίρι του 1981. Τον Μάιο μετά από μία φιλική αναμέτρηση με την Βραζιλία ο Schuster ήταν ο μόνος παίκτης της Γερμανίας που δεν είχε παρευρεθεί στο πάρτι του συμπαίκτη του, Hansi Muller και για την απουσία του (είχε προτιμήσει να μείνει στο ξενοδοχείο και να κοιμηθεί) είχε ενημερώσει τον τερματοφύλακα της εθνικής Harald Schumacher, με τον οποίο έπαιζε μαζί στην Κολωνία. Ο τότε τεχνικός της Γερμανίας Jupp Derwall είχε γίνει έξω φρενών με την συμπεριφορά του και τον τιμώρησε για παραδειγματισμό. Ο Schuster βέβαια δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια και λίγο καιρό αργότερα είπε στις εφημερίδες πως ο Derwall είναι απλά μια μαριονέτα που κάθεται στον πάγκο, αφού το πως θα παίξει η Γερμανία το αποφασίζουν ο Breitner με τον Rummenigge και ανακοίνωσε πως όσο ισχύει αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να παίξει ξανά στην εθνική.

Σε ένδειξη καλής θέλησης ο Derwall επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί του για να ρίξει τους τόνους, αλλά ύστερα από αλλεπάλληλες προσπάθειες δεν κατάφερε να τον εντοπίσει. Οπότε με την σειρά του είπε δημόσια πως ο Schuster είναι χαζός που δεν θέλει να παίξει για την Γερμανία και πρόσθεσε πως όσο είναι προπονητής της εθνικής ομάδας δεν θα του επιτρέψει να φορέσει ξανά την φανέλα της. Η Γερμανική Ομοσπονδία αναγκάστηκε να πάρει θέση και ζήτησε από τον παίκτη να αναθεωρήσει και να ενισχύσει την nationalmannschaft ενόψει του World Cup που θα γινόταν στην Ισπανία. Ήταν κοντά στο να τον πείσει, καθώς ο Schuster σκεφτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο και φερόταν έτοιμος να επιστρέψει, μέχρι που ένας σοβαρός τραυματισμός τον Δεκέμβριο του 1981 τον έβγαλε εκτός μάχης για το υπόλοιπο της σεζόν.

Στην Barcelona τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο Herrera είχε αντικατασταθεί από τον Udo Lattek (ο Γερμανός ήταν αυτός που είχε βάλει για τα καλά την Bayern στον ποδοσφαιρικό χάρτη με τρία πρωταθλήματα και ένα Champions League από το 1971 μέχρι το 1974 και αυτός που «απογείωσε» την Gladbach με την οποία πήρε δύο πρωταθλήματα και ένα UEFA Cup το 1979), ο οποίος έκανε αρχηγό της ομάδας τον Schuster και τον άφησε να δημιουργήσει χωρίς περιορισμούς βλέποντας τον να είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός. Στις τρεις πρώτες αγωνιστικές είχε πετύχει ήδη τέσσερα γκολ και μετά από 13 εμφανίσεις είχε φτάσει τα οκτώ, ενώ είχε σκοράρει από μία φορά και στις προκρίσεις επί της Botev Plovdiv και της Dukla Prague στο Κύπελλο Κυπελλούχων.

Ως δια μαγείας οι κοκορομαχίες που προκαλούσε συχνά πυκνά στις προπονήσεις μειώθηκαν δραματικά και οι όχι και τόσο καλές σχέσεις που είχε με τους συμπαίκτες του (θεωρούσε πως δεν του δίνουν τη μπάλα όσο θα έπρεπε και στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή της περασμένης σεζόν είχε αρνηθεί να τσουγκρίσει ποτήρια μαζί τους λέγοντας τους πως από την στιγμή που δεν τον παίζουν μέσα στο γήπεδο δεν θα πρέπει να έχουν την απαίτηση να διασκεδάζει μαζί τους έξω από αυτό) αποκαταστάθηκαν. Χωρίς την βοήθεια του πάντως «αυτοκτόνησαν» και χάρισαν τον τίτλο στην Sociedad. Οι Blaugrana στις έξι τελευταίες αγωνιστικές δεν έκαναν ούτε μία νίκη και με τέσσερις ήττες και δύο ισοπαλίες έχασαν με δύο βαθμούς διαφορά το πρωτάθλημα από τους Βάσκους, που βρέθηκαν στην κορυφή για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Τουλάχιστον είχαν να λένε πως ήταν κυπελλούχοι Ευρώπης για το 1982.

Ο Schuster μπορεί να μην έπαιζε, αλλά βρισκόταν στην επικαιρότητα για άλλους λόγους. Είχε επιλέξει να χειρουργηθεί από τον γιατρό της εθνικής Γερμανίας, Karl Schneider, όμως μετά την επέμβαση έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Ο λόγος ήταν πως ήθελε να καθορίσει ο ίδιος το πρόγραμμα αποθεραπείας που θα ακολουθούσε για να επιστρέψει στα γήπεδα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Τα τερτίπια του έβγαλαν τον Schneider από τα ρούχα του και τον ανάγκασαν να αποκαλύψει δημοσίως τι ακριβώς συνέβαινε: «Είναι άξεστος, δεν έχει καθόλου τρόπους. Έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς την άδεια μου, αλλά έτσι κι αλλιώς είχα σκοπό να τον διώξω εγώ ο ίδιος. Δεν γίνεται να μπορέσω να τον βοηθήσω εάν δεν θέλει να συνεργαστεί. Ήθελε να καθορίσει από μόνος του τους ρυθμούς της αποθεραπείας του κάτι που είναι ανήκουστο. Ο άνθρωπος είναι επαναστάτης χωρίς αιτία».

Όταν γύρισε στην Βαρκελώνη το ιατρικό επιτελείο της Barcelona διαπίστωσε πως δεν είχε δουλέψει σωστά για να επανέλθει και εντόπισε πως κάνοντας μόνος του αποθεραπεία είχε δημιουργήσει περαιτέρω ζημιά στο πόδι του, η οποία αρχικά φαινόταν πως δεν μπορεί να διορθωθεί. Με την καριέρα του να απειλείται τελικά συμμορφώθηκε, ακολούθησε κατά γράμμα τις οδηγίες των γιατρών και κατάφερε να επιστρέψει στη δράση. Μάλιστα έπαιξε ξανά και με την Γερμανία. Μετά το World Cup ο Breitner, με τον οποίο είχε το μεγαλύτερο πρόβλημα, αποσύρθηκε και έτσι όταν ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Hermann Neuberger, ανάφερε σε δηλώσεις του πως ο Schuster όχι μόνο έχει θέση στην εθνική, αλλά θα πρέπει να είναι ο ηγέτης της, αποφάσισε να θάψει το τσεκούρι του πολέμου με τον Derwall.

Αντί να ηρεμήσει όμως άνοιξε άλλη ιστορία. Ήρθε σε σύγκρουση με τον Lattek στην Barcelona και τον Οκτώβριο του 1982, όταν τον έκανε αλλαγή στο εκτός έδρας 4-1 επί της Malaga για την 7η αγωνιστική της La Liga, έβγαλε τα παπούτσια του και του τα πέταξε. Λίγες μέρες αργότερα τον αποκάλεσε μεθύστακα και ο τότε Πρόεδρος της Barcelona, Jose Luis Nunez, τον υποχρέωσε να του ζητήσει συγνώμη για να λήξει το ζήτημα. Μέσα σε όλα αυτά ο Schuster στα 28 παιχνίδια που αγωνίστηκε σημείωσε οκτώ τέρματα, αλλά η Barca δεν πήγαινε καθόλου καλά στο πρωτάθλημα (τερμάτισε 4η), κάτι που οδήγησε στην απομάκρυνση του Lattek. Τον Μάρτιο του 1983 ο Cesar Luis Menotti (ο Αργεντινός το 1978 είχε οδηγήσει την εθνική ομάδα της χώρας του στην κατάκτηση του World Cup) πήρε την θέση του και κατάφερε να σώσει κάπως την χρονιά με τη νίκη επί της Real Madrid με 2-1 στον τελικό του Copa del Rey.

Εκεί που ένα πρόβλημα λυνόταν ο Schuster φρόντιζε να δημιουργεί κάποιο άλλο. Πλέον ήταν η δική του συμπεριφορά που ενοχλούσε τους συμπαίκτες του στην εθνική Γερμανίας. Τον Απρίλιο του 1983 είχαν ζητήσει να μην κληθεί για τα τα παιχνίδια με Τουρκία και Αυστρία για τα προκριματικά του Euro του 1984 επειδή είχε αρνηθεί να παίξει στον προηγούμενο αγώνα με την Αλβανία, προκειμένου να βρεθεί στο πλευρό της συζύγου του για την γέννηση του τρίτου παιδιού τους. Το αίτημα τους απορρίφθηκε τόσο από την Ομοσπονδία όσο και από τον Derwall. Ο Schuster έπαιξε και στις δύο αναμετρήσεις και έκανε άλλες τέσσερις εμφανίσεις με το εθνόσημο στο στήθος, όμως με το κλίμα στα αποδυτήρια να μην τον σηκώνει αρνήθηκε να πάρει μέρος στο Euro.

Με την Barcelona τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα. Στο γήπεδο έκανε αυτό που έπρεπε (7 γκολ σε 22 εμφανίσεις στην La Liga), αλλά εκτός αγωνιστικού χώρου υπήρχαν μεγάλα θέματα. Το 1984 ένας δημοσιογράφος από εφημερίδα της Κολωνίας εκβίαζε τον Schuster έχοντας στην κατοχή του γυμνές φωτογραφίες της γυναίκας του πριν τον γάμο τους και ζητούσε ως αντάλλαγμα για να μην τις δημοσιεύσει να έχει αποκλειστικά όλες τις ειδήσεις που τον αφορούν. Έτσι λοιπόν υπήρξαν δημοσιεύματα που έλεγαν πως έχει βαρεθεί στην Βαρκελώνη και θέλει να γυρίσει στην Γερμανία για να παίξει στην Κολωνία ή στην Bayern. Ο ίδιος είχε διαψεύσει τις φήμες, αλλά όσο συνεχίζονταν οι φίλαθλοι της Barcelona τον αποδοκίμαζαν όλο και πιο πολύ. Όταν δε γράφτηκε πως οι Καταλανοί ετοιμάζονται να αποκτήσουν τον Βραζιλιάνο Falcao από τη Roma για να τον αντικαταστήσουν πέρασε στην αντεπίθεση και τους κατέκρινε δημόσια.

Αφού στην Βαρκελώνη ασχολούνταν με όλα αυτά για άλλη μία φορά έμειναν μακριά από την κορυφή. Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η Athletic Bilbao κατέκτησε το πρωτάθλημα (υπερτέρησε στην ισοβαθμία με την Real και η Barcelona τερμάτισε μόλις έναν βαθμό πίσω τους) και πήρε και το Copa del Rey επικρατώντας των Καταλανών στον τελικό με 1-0. Μετά την ολοκλήρωση της σεζόν στην Ισπανία και το «Βατερλό» της Γερμανίας στο Euro ήταν η ώρα ο Schuster να κόψει κάθε τι που τον συνέδεε με την εθνική. Φυσικά με επεισοδιακό τρόπο. Ο Derwall έδωσε την θέση του στον Beckenbauer και παρότι ο Schuster δήλωνε πρόθυμος να παίξει για αυτόν τον βρήκε απέναντι του. Ο Kaizer δεν είχε σκοπό να πάει με τα νερά του. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πει πως ο μέσος της Barcelona έχει μεγάλο στόμα και ό,τι από εκεί και πέρα θα έπρεπε να αποδείξει την αξία του για να είναι μέλος της εθνικής τονίζοντας επίσης πως δεν πρόκειται να μπει στον κόπο να τον παρακαλάει να παίξει αν δεν θέλει.

Ύστερα από αυτό ο Schuster ανακοίνωσε μέσω των εφημερίδων πως αποσύρεται οριστικά από την εθνική χαρακτηρίζοντας τον Beckenbauer ως τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο για να κάτσει στον πάγκο της Γερμανίας. Εννοείται πως δεν έμεινε μόνο εκεί. Είπε ακόμα ό,τι η Ομοσπονδία είναι ανίσχυρη μπροστά του και επεσήμανε πως η πλήρης εξουσία που διαθέτει είναι επικίνδυνη για το γερμανικό ποδόσφαιρο. Αντίθετα για τον νέο προπονητή της Barcelona, Terry Venables, είχε να πει τα καλύτερα. Τον αποθέωνε με κάθε ευκαιρία προτάσσοντας κυρίως το γεγονός πως με τον Menotti όλα περιστρέφονταν γύρω από τον Diego Maradona, ενώ με τον Άγγλο τεχνικό η ομάδα έπαιζε καλύτερα επειδή συμμετείχαν εξίσου όλοι οι παίκτες. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του. Η Barcelona το 1985 πήρε το πρωτάθλημα για πρώτη φορά μετά το 1974 αφήνοντας πίσω της 10 βαθμούς την δεύτερη Atletico Madrid και ο Schuster (10 γκολ σε 32 αγώνες) αναδείχτηκε καλύτερος ξένος στην La Liga.

Πλέον ήταν αδιαμφισβήτητα ο κορυφαίος Γερμανός ποδοσφαιριστής και η τρομερή σεζόν που έκανε τον έφερε τρίτο στην ψηφοφορία για την Χρυσή Μπάλα πίσω από τον Michel Platini και τον Δανό Preben Elkjaer, όπως και το 1981 που είχε μπροστά του κατά σατανική σύμπτωση Rummenigge και Breitner. Στην Γερμανία είχε δημιουργηθεί έντονος προβληματισμός σχετικά με το αν θα μπορούσε η εθνική να παραταχθεί στο World Cup του 1986 χωρίς τον νούμερο ένα παίκτη της. Ο Beckenbauer έβαλε νερό στο κρασί του και συναντήθηκε μαζί του τον Οκτώβριο του 1985 για να συζητήσουν το ενδεχόμενο της επιστροφής του. Του ζήτησε να βάλει στην άκρη την κόντρα του με τον Rummenigge (ο Schuster παλιότερα είχε πει πως οι εμφανίσεις του με την Γερμανία είναι άθλιες και ο Rummenigge του είχε απαντήσει πως έχει τόσο μυαλό όσο και ένα φακελάκι τσάι) και αν θέλει να παίξει να κινήσει ο ίδιος τις διαδικασίες γιατί δεν μπορούσε να πάει στην Βαρκελώνη και να τον φέρει πίσω δεμένο με χειροπέδες.

Οι προσπάθειες του Kaizer να τον πείσει συνεχίστηκαν με συνεχείς τηλεφωνικές επαφές και τελικά μερικούς μήνες πριν το World Cup ο Schuster έθεσε δύο όρους για να συμμετάσχει. Να είναι αποδεκτή από όλους τους συμπαίκτες του η επιστροφή του και να μεσολαβήσει η Ομοσπονδία ώστε οι γερμανικές εφημερίδες να μην τον αντιμετωπίσουν ως ήρωα, αλλά ούτε ως αποδιοπομπαίο τράγο σε περίπτωση που η Γερμανία δεν είχε καλή πορεία στην διοργάνωση. Οι περισσότεροι διεθνείς έκριναν πως η συμμετοχή του θα είναι άδικη για όσους βοήθησαν την εθνική να προκριθεί και οι υπόλοιποι πίστευαν πως η επιστροφή του θα δεν θα έχει θετική επίδραση αγωνιστικά, οπότε δεν πήγε στο Μεξικό. Εφόσον αυτό το κεφάλαιο έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα (έπαιξε για τελευταία φορά με την εθνική στα 24 του και συνολικά έκανε 21 εμφανίσεις σημειώνοντας τέσσερα γκολ) με κάτι έπρεπε να ασχολείται και τα έβαλε με τον Venables.

Την πρώτη φορά που τόλμησε να τον κάνει αλλαγή (απέμεναν έξι λεπτά όταν τον έβγαλε στο 0-0 με την Espanyol τον Δεκέμβριο του 1985) ζήτησε μεταγραφή! Σταμάτησε να παίρνει μέρος στις προπονήσεις για ένα διάστημα και έσερνε συνεχώς τα εξ αμάξης στην διοίκηση της Barcelona μέσω των εφημερίδων. Πήγαινε και ερχόταν στο γήπεδο χωρίς να ανταλλάσσει κουβέντα με κανέναν και στο υπόλοιπο της σεζόν δεν μίλησε ξανά στον προπονητή του, που εν τω μεταξύ του είχε πάρει το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Ενώ έλεγε πως αναζητά μια νέα πρόκληση στην καριέρα του και υποδείκνυε την Ιταλία ως τον πλέον επιθυμητό προορισμό, έκανε στροφή 360 μοιρών όταν η Barcelona το είχε πάρει απόφαση πως δεν θα τον ανεχτεί άλλο.

Οι 10 φορές που σκόραρε στους 22 αγώνες του πρωταθλήματος που έδωσε το «παρών» δεν ήταν αρκετές για να την κρατήσουν στην κορυφή (το 1986 έχασε τον τίτλο από την Real με 11 βαθμούς διαφορά), αλλά στο Champions League είχε αξιοθαύμαστη πορεία. Στον τελικό της Σεβίλλης με την Steaua Bucuresti ο Venables τον έβγαλε προς το τέλος της κανονικής διάρκειας του αγώνα και ο Schuster όντας έξαλλος έφυγε από το γήπεδο. Επέστρεψε στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Barcelona και δεν περίμενε καν να δει την ήττα της στα πέναλτι. Ο Πρόεδρος των Blaugrana, Jose Luis Nunez, εξέλαβε το γεγονός ως μέγιστη προσβολή και ανακοίνωσε πως δεν θα του επιτρέψει να φορέσει ξανά την φανέλα της ομάδας. Η παραχώρηση του έμοιαζε σίγουρη, αλλά άλλαξε γνώμη και ενημέρωσε την Barcelona πως θα ολοκληρώσει το συμβόλαιο του που έληγε σε δύο χρόνια.

Η πραγματική παράνοια μόλις είχε αρχίσει. Οι ισπανικές ομάδες τότε μπορούσαν να έχουν μόνο δύο ξένους παίκτες στο ρόστερ τους και η Barcelona μετά από υπόδειξη του Venables απέκτησε τον Gary Lineker από την Everton και τον Mark Hughes από την Manchester United, ενημερώνοντας τον Schuster πως δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί καθόλου τη νέα αγωνιστική περίοδο. Οι δικηγόροι του προσέφυγαν σε κάθε πιθανό αρμόδιο όργανο ισχυριζόμενοι πως στο συμβόλαιο του υπάρχει όρος που υποχρεώνει την Barcelona να τον έχει στην σύνθεση της. Το δικαστήριο έκρινε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ενημέρωσε τους Καταλανούς πως η συμφωνία τους δεν μπορεί να λυθεί πριν τη λήξη της. Η δικαστική διαμάχη κράτησε περίπου έναν χρόνο (σ.σ. λεγόταν πως ο φάκελος της υπόθεσης περιείχε 1.110 σελίδες) και παρότι ο Πρόεδρος της Barcelona είχε προσκομίσει ιατρική γνωμάτευση που έλεγε πως ο Schuster είναι σχιζοφρενής, μετά από όλα αυτά του έκανε πρόταση ανανέωσης την οποία φυσικά δεν αποδέχτηκε.

Τελικά το 1988 επανήλθε στη δράση και σε μια κάκιστη χρονιά για την ομάδα του, που τερμάτισε 6η στην βαθμολογία, έβαλε εννιά γκολ σε 30 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα και την βοήθησε να πάρει ξανά το Copa del Rey κερδίζοντας 1-0 στον τελικό την Sociedad. Τα παρατράγουδα δεν έλειψαν, αφού δέχτηκε ένα σωρό πρόστιμα με τα σημαντικότερα παραπτώματα του να είναι η άσεμνη χειρονομία που είχε κάνει στους φιλάθλους και η απαίτηση του να γίνει αλλαγή κατά την διάρκεια ενός αγώνα χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος. Μετά το τέλος της σεζόν επιβεβαιώθηκαν οι φήμες που τον ήθελαν να έχει συμφωνήσει με την Real και μετακόμισε στο «Santiago Bernabeu».

Στην Μαδρίτη ταίριαξε αμέσως αγωνιστικά με το σύνολο που είχε πάρει ήδη τρία σερί πρωταθλήματα και συνεισέφερε με εφτά τέρματα σε 33 εμφανίσεις στην κατάκτηση του τέταρτου το 1989, που ήρθε πακέτο με το Κύπελλο Ισπανίας. Το 1990 ήταν και πάλι άψογος. Έπαιξε σε 28 αγώνες, σκόραρε έξι φορές και η ομάδα του πανηγύρισε ένα ακόμα πρωτάθλημα. Η Real όμως πλέον είχε υποχρεώσεις και μετά το τέλος της σεζόν και έπρεπε να δώσει φιλικούς αγώνες για εμπορικούς λόγους στο Μεξικό λόγω της παρουσίας του Hugo Sanches. Ο Schuster ήθελε να κάνει διακοπές με την οικογένεια του και αν δεν του επέτρεπαν να την πάρει μαζί του δεν θα πήγαινε. Οι φήμες τότε έλεγαν πως υπήρχε τραυματισμός που ήθελε να κρύψει, αλλά τελικά ακολούθησε την αποστολή και έπαιξε σε κάποια παιχνίδια.

Στην Real δεν είχαν ξεχάσει τις φασαρίες που είχε προκαλέσει στην Barcelona και πήραν δραστικά μέτρα για να μην κάνει και εκεί τα ίδια. Χωρίς δεύτερη σκέψη εξαγόρασαν το συμβόλαιο του και τον άφησαν ελεύθερο για να πάρουν στην θέση του τον Gheorghe Hagi από την Steaua. Ο Schuster έμεινε χωρίς ομάδα μέχρι που τον Οκτώβριο του 1990 του έγινε πρόταση από την Atletico Madrid παρότι ο τότε προπονητής της, Tomislav Ivic, δεν ήταν υπέρ της απόκτησης του. Με την προσθήκη του η Atletico ανέβηκε επίπεδο και τερμάτισε δεύτερη πίσω από την Barcelona αφήνοντας 3η την Real στην βαθμολογία. Σε 29 συμμετοχές σκόραρε τέσσερις φορές με το πρώτο του γκολ να έρχεται στη νίκη επί της Barcelona με 2-1, ενώ πρόσθεσε στην συλλογή του ένα ακόμα Copa del Rey, αφού η ομάδα του κέρδισε 1-0 την Mallorca στην παράταση και στέφτηκε Κυπελλούχος Ισπανίας για το 1991.

Ο Schuster ψηφίστηκε καλύτερος ξένος του Ισπανικού Πρωταθλήματος για δεύτερη φορά και συνέχισε ακόμα πιο δυναμικά την επόμενη χρονιά με έξι γκολ σε 34 αγώνες. Η Atletico το 1992 διεκδίκησε τον τίτλο και τον έχασε για δύο βαθμούς από την Barcelona, αλλά πήρε ξανά το κύπελλο. Στον τελικό επικράτησε με 2-0 της Real, που στο πρωτάθλημα είχε μαζέψει έναν βαθμό παραπάνω αφήνοντας την στην 3η θέση, με τον Γερμανό να ανοίγει το σκορ με απευθείας κτύπημα φάουλ. Παραδόξως προβλήματα δεν υπήρχαν ακόμα, αλλά εμφανίστηκαν στην 3η και τελευταία του σεζόν με τους Rojiblancos. Ο τραυματισμός που αντιμετώπιζε στον αστράγαλο απαιτούσε φαρμακευτική αγωγή την οποία αρνήθηκε να ακολουθήσει επειδή δεν του το επέτρεπαν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Είχε ασπαστεί την Σαϊεντολογία και γι’ αυτό χρησιμοποίησε βότανα για να θεραπευτεί με αποτέλεσμα η αποθεραπεία του να εξελιχτεί με πολύ πιο αργούς ρυθμούς.

Ο τότε Πρόεδρος της Atletico, Jesus Gil, ήταν εξίσου τρελός όμως και δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο αυτή την κατάσταση. Η απουσία του Schuster λειτουργούσε εις βάρος της ομάδας και αφού τον χαρακτήρισε ανεύθυνο επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει τις οδηγίες των γιατρών, τον απείλησε με διακοπή συμβολαίου. Τελικά έκανε 22 εμφανίσεις και πέτυχε ένα γκολ. Η Atletico κατρακύλησε στην 6η θέση της βαθμολογίας και έτσι στο τέλος της σεζόν τον αποδέσμευσε. Μετά από 13 χρόνια στην Ισπανία ο Schuster στα 33 του πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Γερμανία υπογράφοντας με την Leverkusen. Στην Bundesliga συνάρπασε τα πλήθη με τις τρομερές εμφανίσεις του το 1994. Έβαλε πέντε γκολ, έφτιαξε άλλα 13 για τους συμπαίκτες του και η ομάδα του τερμάτισε 3η υπερισχύοντας στην ισοβαθμία με την Dortmund.

Οι γερμανικές εφημερίδες ξεκίνησαν εκστρατεία για την συμμετοχή του στο World Cup που θα γινόταν στις ΗΠΑ, αλλά δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Δράματα με αυτή την ιστορία δεν υπήρξαν άρα θα έπρεπε βάσει των συνηθειών του να βρει έναν λόγο να κάνει φασαρία στην Leverkusen. Στα μέσα της επόμενης σεζόν άρχισε να κατακρίνει τις επιλογές του προπονητή του, Dragoslav Stepanovic, υποστηρίζοντας πως θα έπρεπε να χρησιμοποιεί μόνο έναν επιθετικό διαλέγοντας ανάμεσα στον Rudy Voller και τον Ulf Kirsten. Ο Voller πέρασε στην αντεπίθεση και δήλωσε πως αν ήθελε να βελτιωθούν οι εμφανίσεις της ομάδας θα έπρεπε να σταματήσει να κάνει ψηλοκρεμαστές μπαλιές πίσω από το κέντρο και να δίνει την μπάλα στους επιθετικούς για να βάλουν γκολ από κοντινή απόσταση.

Στα 23 παιχνίδια που συμμετείχε, ο Schuster έβαλε δύο γκολ και δημιούργησε μόνο τέσσερα με αποτέλεσμα η Leverkusen να υποχωρήσει το 1995 στην 7η θέση του βαθμολογικού πίνακα. Αυτή ήταν απλά η αρχή, αφού το «πανηγύρι» δεν είχε ξεκινήσει ακόμα. Ο Erich Ribbeck, που ανέλαβε την Leverkusen, στα 80’s ήταν βοηθός του Derwall στην εθνική Γερμανίας και ήξερε από πρώτο χέρι τι εστί Schuster. Σε καθημερινή βάση τον επέκρινε για την κακή παρουσία του, ενώ μέχρι και ο Τεχνικός Διευθυντής της ομάδας, Reiner Calmund, που πίστευε πολύ σε αυτόν όταν τον πήρε, είχε πει πως πλέον μοιάζει με παίκτη που παίζει στις ερασιτεχνικές κατηγορίες. Η αντίδραση του Schuster ήταν να καταθέσει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση ζητώντας εκτός από το να αποζημιωθεί οικονομικά να υποχρεωθούν οι άνθρωποι της Leverkusen να μην τον κριτικάρουν δημόσια και να του ζητήσουν συγνώμη.

Τι κατάφερε; Να του αφαιρεθεί η αρχηγία με την σύμφωνη γνώμη όλων των συμπαικτών του και να τεθεί εκτός ομάδας. Εφόσον δεσμευόταν με συμβόλαιο μέχρι το 1997 προσέφυγε στην αθλητική δικαιοσύνη για να μείνει ελεύθερος απαιτώντας και αποζημίωση δύο εκατομμυρίων ευρώ σε σημερινά χρήματα. Το αίτημα του έγινε δεκτό και έτσι τον Μάρτιο του 1996 αποδεσμεύτηκε λαμβάνοντας 1.5 εκατομμύρια ευρώ για να δώσει στα 36 του τέλος σε μία 18χρονη καριέρα γεμάτη διαμάχες και τσακωμούς, η οποία τυπικά ολοκληρώθηκε στο Μεξικό, αφού έπαιξε και για λίγο στην Pumas.

Καθόλη την διάρκεια της σταδιοδρομίας του κανένας δεν αμφισβήτησε ποτέ το σπάνιο ταλέντο του. Ίσα ίσα που εξαιτίας του πολλοί έκαναν τα στραβά μάτια για τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του, ο οποίος υποκινούταν από την γυναίκα του. Η Gaby Schuster (πρώην call girl που είχε κάνει γυμνή φωτογράφιση για την γερμανική έκδοση του περιοδικού Playboy) ήταν η μάνατζερ του πρώην πλέον συζύγου της (πήραν διαζύγιο το 2008) και ταυτόχρονα η «πηγή» όλων των προβλημάτων που προκάλεσε στις ομάδες που αγωνίστηκε, αφού κάθε του κίνηση γινόταν μετά από δική της υπόδειξη.

Μεταξύ άλλων διαπραγματεύτηκε όλες τις μεταγραφές του με τον Calmund να την χαρακτηρίζει ως τον πιο σκληρό διαπραγματευτή που έχει συναντήσει ποτέ, δεν δίσταζε να κριτικάρει δημόσια τους προπονητές με τους οποίους είχε κόντρα ο Schuster, ήταν η μόνη σύζυγος παίκτη που έμεινε στο ξενοδοχείο της εθνικής Γερμανίας στο Euro του 1980, ενώ το 1986 είχε ζητήσει αμοιβή 500 χιλιάδων ευρώ σε σημερινά χρήματα για να επιτρέψει την συμμετοχή του στο World Cup. Η ρίζα του κακού λοιπόν είχε όνομα και το ήξεραν οι πάντες. Ο Breitner όσο βρίσκονταν στα μαχαίρια είχε πει πως ο Schuster όταν είναι μόνος του είναι ένα γλυκύτατο παιδί, αλλά όταν εμφανίζεται η γυναίκα του μετατρέπεται σε δαίμονα και κάμποσα χρόνια αργότερα ο τότε Πρόεδρος της Real, Ramon Mendoza, το είχε θέσει σε πιο σωστή βάση: «Ο Bernd μπορεί να έχει περάσει τα 30 όμως είναι σαν μικρό παιδί. Είναι ιδιόρρυθμος και δέχεται κακές συμβουλές από την γυναίκα του».