Κάθε χρόνο άλλος πρωταθλητής. Στα 70’s επικρατούσε η απόλυτη ρευστότητα, καθώς οκτώ διαφορετικές ομάδες κατάφεραν να φτάσουν στην κατάκτηση του τίτλου και καμία δεν παρέμεινε στην κορυφή φαινόμενο το οποίο είναι μοναδικό στα 75 χρόνια ιστορίας του NBA.
Με εξαίρεση τις τρεις πρώτες σεζόν όταν το πρωτάθλημα κατέληξε στα χέρια των Philadelphia Warriors (οι σημερινοί Golden State Warriors) το 1947, σε αυτά των Baltimore Bullets (διαλύθηκαν το 1954) το 1948 και των Minneapolis Lakers (μετακόμισαν στο Los Angeles το 1961) το 1949 σε όλες τις άλλες δεκαετίες εκτός από αυτήν του ’70 υπήρχε πάντοτε τουλάχιστον μία ομάδα που κυριαρχούσε. Οι Lakers στα 50’s οδηγούμενοι από τον George Mikan, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος σούπερ σταρ του NBA, πήραν τέσσερις τίτλους (1950, 1952, 1953, 1954) και άφησαν τους υπόλοιπους στους Rochester Royals (1951) που είναι οι σημερινοί Sacramento Kings, τους Syracuse Nationals (1955) που αποτελούσαν τους τωρινούς Philadelphia 76ers, τους Warriors (1956), τους St. Louis Hawks (1958) που από το 1969 εδρεύουν στην Atlanta και τους Boston Celtics (1957, 1959) που από εκεί ξεκίνησαν την μεγαλύτερη δυναστεία όλων των εποχών.
Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’60 έχασαν το πρωτάθλημα μόνο το 1967 όταν το πήραν οι Sixers που τους απέκλεισαν στους τελικούς της Ανατολής στην μοναδική επικράτηση του Wilt Chamberlain στην θρυλική μονομαχία του με τον Bill Russell ο οποίος αποτελεί τον παίκτη με τα περισσότερα δαχτυλίδια στην ιστορία του NBA, αφού ήταν παρών και στους 11 τίτλους που κατέκτησαν οι Celtics από το 1957 ως το 1969 (οι οκτώ από το 1959 έως το 1966 ήταν συνεχόμενοι και αποτελούν το μεγαλύτερο σερί που έχει υπάρξει ποτέ). Στα 80’s δέσποζε η μονομαχία ανάμεσα στον Magic Johnson και τον Larry Bird. Ο πρώτος οδήγησε τους Lakers, που έφτασαν οκτώ φορές στους τελικούς, σε πέντε πρωταθλήματα (1980, 1982, 1985, 1987, 1988) και ο δεύτερος τους Celtics σε τρία (1981, 1984, 1986) με τους Sixers (1983) και τους Detroit Pistons (1989) να παίρνουν τα άλλα δύο.
Οι Bad Boys του Detroit με δεύτερο συνεχόμενο πρωτάθλημα το 1990 έκαναν σεφτέ στα 90’s τα οποία ανήκαν ολοκληρωτικά στους Chicago Bulls και τον Michael Jordan με τα δύο three-peat τους (1991, 1992, 1993, 1996, 1997, 1998). O Hakeem Olajuwon και οι Houston Rockets (1994, 1995) εκμεταλλεύτηκαν την προσωρινή αποχώρηση του Air και οι San Antonio Spurs με την εμφάνιση του Tim Duncan βρέθηκαν στην κορυφή το 1999 στην σεζόν των 50 αγώνων λόγω lockout. Συνέχισαν την συλλογή τίτλων και την επόμενη δεκαετία (2003, 2005, 2007) η οποία ξεκίνησε με τα τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα (2000, 2001, 2002) των Lakers του Shaquille O’Neal και του Kobe Bryant. Οι Pistons τους κέρδισαν στους τελικούς το 2004, οι Miami Heat πήραν το πρώτο τους πρωτάθλημα το 2006 με μπροστάρη τον Dwyane Wade, οι Celtics το 2008 κατέκτησαν τον 17ο τίτλο τους βασιζόμενοι στους Paul Pierce, Kevin Garnett και Ray Allen και οι Lakers μετά την ήττα τους επανήλθαν δριμύτεροι το 2009.
Πήραν ρεβάνς το 2010 και από εκεί και πέρα άρχισε για τα καλά η εποχή του LeBron James. Επί οκτώ σερί χρόνια η ομάδα του «βασιλιά» βρισκόταν στους τελικούς. Το 2011 οι Heat έχασαν το πρωτάθλημα από τους Dallas Mavericks του Dirk Nowitzki, το πήραν το 2012 και το 2013 και το 2014 ηττήθηκαν από τους Spurs. Η επιστροφή του στους Cleveland Cavaliers έπεσε πάνω στην έναρξη της κυριαρχίας των Golden State Warriors με τους οποίους κοντραρίστηκαν στους τελικούς τέσσερις συνεχόμενες χρονιές. Το 2015 πανηγύρισε η παρέα του Stephen Curry και του Klay Thompson, το 2016 ο James χάρισε στους Cavs το μοναδικό πρωτάθλημα τους και μετά την έλευση του Kevin Durant οι Warriors πήραν αυτά του 2017 και του 2018, ενώ το 2019 χτυπημένοι από πολύ σοβαρούς τραυματισμούς παρέδωσαν το «στέμμα» τους στον Kawhi Leonard και τους Toronto Raptors που έγιναν οι πρώτοι πρωταθλητές εκτός ΗΠΑ.
Η νέα δεκαετία ξεκίνησε με τον LeBron να παίρνει τον τίτλο και με τους Lakers που από το 2020 και την «φούσκα» του Orlando αποτελούν μαζί με τους Celtics τις ομάδες με τα περισσότερα πρωταθλήματα (17) στην ιστορία του NBA και συνεχίστηκε με δύο φιναλίστ που είχαν κάνει την παρθενική τους εμφάνιση στους τελικούς στα 70’s. Τους πρωταθλητές Milwaukee Bucks του Γιάννη Αντετοκούνμπο που είχαν κατακτήσει τον πρώτο τους τίτλο το 1971 και τους Phoenix Suns που είχαν διεκδικήσει το πρωτάθλημα το 1976 κόντρα στους Celtics. Η τωρινή περίοδος θα έλεγε κανείς πως μοιάζει με την δεκαετία του ’70, καθώς τα πράγματα δείχνουν εξίσου ρευστά. Έχουμε ήδη δύο διαφορετικούς πρωταθλητές και τέσσερις διαφορετικές ομάδες στους τελικούς, υπάρχουν πολλές νέες δυνάμεις που ερίζουν για την πρωτιά σε Ανατολή και Δύση και κάνεις δεν μπορεί να πει πια με σιγουριά ποιο είναι τα φαβορί στην κούρσα για τον τίτλο.
1970: New York Knicks
Στα 70’s αυτό αρχικά ήταν ξεκάθαρο. Η απόσυρση του Russell από την ενεργό δράση το 1969 άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για την κορυφή στους Lakers οι οποίοι είχαν ηττηθεί έξι φορές (1962, 1963, 1965, 1966, 1968, 1969) στους τελικούς από τους Celtics την δεκαετία του ’60. Έχοντας προσθέσει στο δυναμικό τους από την περασμένη χρονιά τον Chamberlain δημιούργησαν μαζί με τον Jerry West (ο άνθρωπος τον οποίο απεικονίζει το σήμα του NBA) και τον Elgin Baylor την πρώτη τριπλέτα μεγάλων αστέρων στα χρονικά του NBA και έτσι το 1970 βρέθηκαν ξανά στους τελικούς όπου έχασαν 4-3 από τους New York Knicks. Η Νέα Υόρκη εκτός από το δικό της δίδυμο σπουδαίων παικτών (Willis Reed, Walt Frazier) είχε να αντιπαρατάξει ένα πολύ καλό σύνολο το οποίο συμπλήρωναν οι Dave DeBusschere, Dick Barnett και Bill Bradley.
Η σειρά ήταν συναρπαστική και μάλιστα κατά την διάρκεια της προέκυψαν δύο από τις σπουδαιότερες στιγμές ολόκληρης της δεκαετίας. Οι Knicks πήραν το πρώτο παιχνίδι 124-112 χάρη σε 37 πόντους του Reed, έχασαν το δεύτερο 105-103 δεχόμενοι 34 πόντους από τον West και μερικά δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του τρίτου ήταν μπροστά 102-100. Εφόσον οι Lakers δεν είχαν άλλο time out και είχαν δεχτεί μόλις καλάθι από τον DeBusschere (21 πόντοι, 15 ριμπάουντ) ο West (34 πόντοι, 9 ασίστ) δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να σουτάρει πίσω από το κέντρο του γηπέδου. Η μπάλα πήγε συστημένη στο καλάθι και η αναμέτρηση οδηγήθηκε στην παράταση, αφού τότε δεν υπήρχε τρίποντο (το NBA το εισήγαγε το 1980). Εκεί ο Reed (38 πόντοι, 17 ριμπάουντ) οδήγησε τους Knicks στη νίκη με 111-108, αλλά ο τραυματισμός του στον 5ο αγώνα τον έβγαλε νοκ άουτ.
Οι Lakers κέρδισαν 121-115 τον 4ο με 37 πόντους και 18 ασίστ από τον West, αλλά παρότι ο Reed τέθηκε εκτός μάχης μόλις μετά από οκτώ λεπτά παιχνιδιού έχασαν τον 5ο 107-100. Χωρίς τον καλύτερο τους παίκτη οι Knicks στον 6ο γνώρισαν συντριβή 135-113 με τον Chamberlain να κάνει πάρτι (45 πόντοι, 27 ριμπάουντ) μέσα στο ζωγραφιστό εν τη απουσία του Reed που δεν αναμενόταν να αγωνιστεί στον 7ο και τελευταίο. Κι όμως χωρίς να το περιμένει κανείς βρέθηκε στο παρκέ για το τζάμπολ και αν και κούτσαινε έβαλε τα δύο πρώτα καλάθια της ομάδας του (ήταν οι μόνοι του πόντοι) και εξαφάνισε τον Chamberlain δίνοντας της τέτοια ώθηση που όταν αποχώρησε οριστικά από την αναμέτρηση τρία λεπτά πριν τελειώσει το ημίχρονο είχε διαφορά 24 πόντων (61-37). Οι Knicks με κορυφαίο τον Frazier (36 πόντοι, 19 ασίστ) επικράτησαν 113-99 και πανηγύρισαν το πρώτο τους πρωτάθλημα με τον Reed να είναι ο MVP των τελικών.
1971: Milwaukee Bucks
Το 1971 ήταν μια τελείως διαφορετική υπόθεση. Οι Knicks έπεσαν θύμα έκπληξης χάνοντας 4-3 στους τελικούς της Ανατολής από τους Baltimore Bullets (όταν οι Chicago Zephyrs μετακόμισαν στην Βαλτιμόρη το 1964 πήραν το όνομα της προηγούμενης ομάδας της πόλης που δεν υπήρχε πλέον) του Wes Unseld και του Earl Monroe, τον οποίο έσπευσαν να αποκτήσουν στα μέσα της επόμενης σεζόν και οι Lakers ηττήθηκαν 4-1 στους τελικούς της Δύσης από τους Bucks (η αύξηση των ομάδων από 14 σε 17 με την προσθήκη των Cavaliers, των Portland Trail Blazers και των Buffalo Braves που είναι οι σημερινοί Los Angeles Clippers προκάλεσε αναδιάρθρωση των περιφερειών του NBA και έστειλε προσωρινά το Milwaukee στην Δύση) γνωρίζοντας τέσσερις ήττες με διαφορά μεγαλύτερη των 18 πόντων.
Έτσι στους τελικούς βρέθηκαν δύο ομάδες που δεν είχαν διεκδικήσει ποτέ τον τίτλο και μάλιστα οι Bucks που τον πήραν κιόλας είχαν ιδρυθεί μόλις πριν από τρία χρόνια. Παρόλα αυτά ήταν με διαφορά η καλύτερη ομάδα του NBA εκείνη την χρονιά κυρίως χάρη στην παρουσία του Kareem Abdul-Jabbar. Τον είχαν επιλέξει στο νούμερο ένα στο draft του 1969, το 1970 ήταν ο rookie της χρονιάς και το 1971 ο MVP της κανονικής περιόδου, ο πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με μέσο όρο 31.7 πόντους και ο πολυτιμότερος παίκτης των τελικών έχοντας 27 πόντους και 18.5 ριμπάουντ ανά αγώνα. Η απόκτηση του Oscar Robertson από τους Royals, που από το 1958 είχαν μεταφέρει την έδρα τους στο Cincinnati, ισχυροποίησε το Milwaukee που με ρεκόρ 66-16 στην κανονική περίοδο άφησε πολύ πίσω Knicks (52-30), Chicago Bulls (51-31) που επίσης βρέθηκαν στην Δύση και Lakers (48-34), έκανε μόλις δύο ήττες στα playoffs και στους τελικούς «σκούπισε» 4-0 (98-88, 102-83, 107-99, 118-106) τους Bullets (42-40).
1972: Los Angeles Lakers
Κατά την επόμενη διετία όμως η κόντρα των Lakers με τους Knicks κορυφώθηκε. Το 1972 ο Jabbar μπορεί να ήταν ξανά ο MVP της κανονικής περιόδου και ο πρώτος σκόρερ (34.8 πόντοι) του NBA με αποτέλεσμα οι Bucks να έχουν ρεκόρ 63-19, αλλά οι Lakers (σκόραραν 121 πόντους ανά αγώνα) ήταν ακαταμάχητοι. Πέτυχαν 33 συνεχόμενες νίκες σερί το οποίο εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία του NBA και με 69-13 είχαν το καλύτερο ρεκόρ όλων των εποχών το οποίο ξεπεράστηκε ύστερα από 24 χρόνια όταν το 1996 οι Bulls ολοκλήρωσαν την κανονική περίοδο με 72-10 (το καλύτερο ρεκόρ στην ιστορία του NBA ανήκει πλέον στους Warriors οι οποίοι το 2016 έφτασαν το 73-9). Τους απέκλεισαν με 4-2 στους τελικούς της Δύσης και στους τελικούς πήραν ρεβάνς και από τη Νέα Υόρκη με 4-1.
Τα πράγματα αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Οι Knicks (είχαν αποκλείσει 4-2 τους Bullets στα playoffs) δεν είχαν τον Reed που λόγω τραυματισμού έπαιξε μόνο σε 11 αγώνες εκείνη τη σεζόν και οι Lakers τον Baylor που στην τελευταία χρονιά της καριέρας του οι τραυματισμοί του επέτρεψαν να πάρει μέρος μόλις σε εννιά αναμετρήσεις. Κι όμως με πρωταγωνιστές τον καινούργιο ψηλό τους Jerry Lucas (26 πόντοι), τον Bradley (29 πόντοι), τον DeBusschere (19 πόντοι, 18 ριμπάουντ, 6 ασίστ) και τον Frazier (14 πόντοι, 12 ριμπάουντ, 11 ασίστ) οι Knicks πήραν το πρώτο παιχνίδι στο Los Angeles 114-92. Η συντριβή επέφερε έντονη κριτική για τους Lakers που απάντησαν άμεσα. Ισοφάρισαν την σειρά επικρατώντας 106-92 με κορυφαίους τον Chamberlain (23 πόντοι, 24 ριμπάουντ) και τον Gail Goodrich (31 πόντοι), που πλέον είχε γίνει το alter ego του West στην περιφέρεια και συνέχισαν στον ίδιο ρυθμό.
Οι Knicks ήταν αήττητοι στο Madison Square Garden στα playoffs όμως ο τραυματισμός του DeBusschere στον δεύτερο αγώνα τους δημιούργησε ένα ακόμα πρόβλημα. Ο βασικός τους power forward δεν ήταν σε θέση να βγάλει ολόκληρο παιχνίδι οπότε δεν μπόρεσαν να υπερασπιστούν την έδρα τους με τους Lakers να κερδίζουν τον τρίτο αγώνα 107-96 χάρη στους Chamberlain (26 πόντοι, 20 ριμπάουντ), Goodrich (25 πόντοι) και West (21 πόντοι, 8 ασίστ). Στον 4ο χρειάστηκαν την συνεισφορά και των άλλων δύο μελών της βασικής τους πεντάδας για να κερδίσουν 116-111 στην παράταση. Ο West πέτυχε 28 πόντους, ο Goodrich πρόσθεσε 27 κα εφόσον ο Chamberlain (12 πόντοι, 24 ριμπάουντ) αποβλήθηκε για πρώτη φορά στην καριέρα του με έξι φάουλ ο Jim McMillian (23 πόντοι) και ο Happy Hairston (18 πόντοι, 19 ριμπάουντ), που στο προηγούμενο παιχνίδι είχε μαζέψει 20 ριμπάουντ, βγήκαν μπροστά.
Ο επανακάμψαντας DeBusschere και ο Lucas όσο καλά και αν έπαιζε δεν γινόταν να σταματήσουν τον Chamberlain και να αλλάξουν την πορεία της σειράς. Ο center των Lakers στο 5ο παιχνίδι είχε 24 πόντους και 29 ριμπάουντ και παρότι το NBA τότε δεν μετρούσε τα κοψίματα ο τηλεοπτικός σχολιαστής της αναμέτρησης βλέποντας τον να μοιράζει την μια τάπα πίσω από την άλλη μέτρησε ο ίδιος συνολικά οκτώ. Με την βοήθεια των West (23 πόντοι, 9 ασίστ), Goodrich (25 πόντοι) και McMillian (20 πόντοι) ο Chamberlain οδήγησε τους Lakers στη νίκη με 114-100 και το πρώτο τους πρωτάθλημα στο Los Angeles συνδυάστηκε με την ανάδειξη του σε MVP των τελικών.
1973: New York Knicks
Τα δεδομένα ήταν διαφορετικά στη μάχη των δύο ομάδων για τον τίτλο το 1973. Ο Reed δεν επανήλθε πλήρως μετά τον σοβαρό τραυματισμό του (την επόμενη σεζόν χτύπησε ξανά και αποσύρθηκε σε ηλικία 32 ετών) και δεν ήταν πλέον ο παίκτης που έκανε την διαφορά σε μόνιμη βάση για τους Knicks, ενώ παρόμοια ήταν η κατάσταση και για τον Chamberlain. Στα 36 του και στην τελευταία σεζόν της καριέρας του οι Lakers αποφάσισαν να στηριχτούν περισσότερο στην περιφέρεια τους με αποτέλεσμα οι επιθετικές του πρωτοβουλίες να μειωθούν σε τεράστιο βαθμό κάτι που σε αντίθεση με την προηγούμενη χρονιά ίσχυσε και στα playoffs και δεν τους βγήκε σε καλό, αφού στους τελικούς ηττήθηκαν 4-1 παρότι είχαν το πλεονέκτημα έδρας.
Κέρδισαν τον πρώτο αγώνα 115-112 με τον Goodrich να σταματάει στους 30 πόντους και τον McMillian (27 πόντοι) με τον West (24 πόντοι) να ακολουθούν, αλλά η συνέχεια ανήκε εξ ολοκλήρου στη Νέα Υόρκη. Οι 26 πόντοι του Bradley και οι 20 του Frazier ήταν αρκετοί για να κάνουν την διαφορά στο δεύτερο παιχνίδι, καθώς παρά τους 32 του West και τους 26 του McMillian οι Lakers με τον Goodrich να μένει στους 15 πόντους και τον Chamberlain να παίρνει μόνο τέσσερα σουτ δεν γινόταν να αποφύγουν την ήττα (99-95). Το ίδιο συνέβη και στο 3ο. Οι Knicks εξουδετέρωσαν εκτός από τον Goodrich (14 πόντοι) και τον West (16 πόντοι), ο Chamberlain επιχείρησε όλες κι όλες τρεις επιθετικές προσπάθειες και από την στιγμή που ο Reed (22 πόντοι, 10 ριμπάουντ) βρήκε τα πατήματα του χρειάστηκαν απλά την βοήθεια του Monroe (21 πόντοι) ώστε να φτάσουν στη νίκη (87-83).
Η ανάκαμψη του Reed θορύβησε τους Lakers που στον 4ο αγώνα άρχισαν να δίνουν λίγο παραπάνω την μπάλα στον Chamberlain που μετά από συνολικά 10 πόντους στις δύο προηγούμενες αναμετρήσεις σημείωσε 13 και μάζεψε 19 ριμπάουντ. Ο center των Knicks όμως στάθηκε ξανά στο ύψος των περιστάσεων και συνεισέφερε 21 πόντους και 11 ριμπάουντ. Με την μεγάλη εμφάνιση του DeBusschere (33 πόντοι, 14 ριμπάουντ) και μια χείρα βοηθείας από τον Frazier (19 πόντοι, 8 ριμπάουντ, 8 ασίστ) η Νέα Υόρκη επικράτησε 103-98 και βρέθηκε ένα βήμα μακριά από την κατάκτηση του δεύτερου πρωταθλήματος της. Το πήρε στο επόμενο παιχνίδι σταματώντας τον West (12 πόντοι, 5/17 σουτ) και δεν πτοήθηκε από την απόδοση του Chamberlain (23 πόντοι, 21 ριμπάουντ), καθώς είδε τον Monroe να σκοράρει 23 πόντους, τον Bradley να βάζει 20 και τον Frazier να έχει 18 στην επικράτηση της με 102-93. Όσο για τον Reed (18 πόντοι, 12 ριμπάουντ, 7 ασίστ), η ηρωική παρουσία του ανταμείφθηκε και πάλι με το βραβείο του πολυτιμότερου παίκτη των τελικών.
1974: Boston Celtics
Το 1974 είχε έρθει η ώρα για την μεγάλη επιστροφή των Celtics. Μέχρι να αποχωρήσει από την ενεργό δράση ο Russell κατείχε επί μία τριετία και την θέση του προπονητή την οποία όταν αποσύρθηκε ως παίκτης παρέδωσε στον έως και το 1965 συνοδοιπόρο του στην γραμμή των ψηλών της Βοστώνης Tom Heinsohn ο οποίος στις δύο πρώτες σεζόν του δεν κατάφερε να την βάλει στα playoffs, αλλά σύντομα την έκανε ξανά διεκδικήτρια του τίτλου. Με ηγέτη τον John Havlicek που ήταν ο μόνος εκ των πρωταγωνιστών της δεκαετίας του ’60 που είχε παραμείνει στην ομάδα και είχε στην κατοχή του έξι δαχτυλίδια πρωταθλητή και τους νεαρούς Jo Jo White (νούμερο εννιά στο draft του 1969) και Dave Cowens (νούμερο τέσσερα στο draft του 1970) οι Celtics το 1972 είχαν αποκλειστεί στους τελικούς της Ανατολής από τους Knicks με 4-1 και παρότι το ’73 είχαν το καλύτερο ρεκόρ (66-16) στο NBA η πορεία τους στα playoffs ολοκληρώθηκε στο ίδιο σημείο με τη Νέα Υόρκη να επικρατεί 4-3.
Η 3η συνεχόμενη συνάντηση τους στους τελικούς της Ανατολής ήταν και η φαρμακερή, αφού αυτή τη φορά πήραν την πρόκριση με 4-1 και επανήλθαν στους τελικούς του NBA μετά από πέντε χρόνια για να αντιμετωπίσουν τους Bucks. Ο Jabbar είχε διαδεχτεί τον Cowens ως MVP της κανονικής περιόδου παίρνοντας το βραβείο για 3η φορά μέσα σε τέσσερα χρόνια και η μονομαχία τους αναμενόταν να είναι καθοριστική. Οι 35 πόντοι, τα 14 ριμπάουντ, οι 5 ασίστ και τα 3 κοψίματα του πρώτου δεν ήταν αρκετά για το Milwaukee στον πρώτο αγώνα, καθώς ο Cowens (19 πόντοι, 17 ριμπάουντ, 7 ασίστ) είχε στο πλευρό του τον Havlicek (26 πόντοι) και τον White (19 πόντοι) οπότε οι Celtics έκαναν εύκολα (98-83) το 1-0 εκτός έδρας. Με τον Robertson στα 35 του και στην τελευταία χρονιά της καριέρας του να μην είναι ο γνωστός «Mr. Triple-Double» ο Jabbar (36 πόντοι, 15 ριμπάουντ, 6 ασίστ, 3 κοψίματα) στο δεύτερο παιχνίδι πήρε την κατάσταση στα χέρια του.
Κράτησε τον Cowens στα 8/22 σουτ και τον Havlicek (7/21 σουτ) μακριά από το καλάθι των Bucks οι οποίοι με την βοήθεια του Bob Dandridge (24 πόντοι), που είχε ξεχωρίσει στην κατάκτηση του τίτλου το 1972, ισοφάρισαν επικρατώντας 105-96. Οι σταρ των Celtics όμως επανήλθαν δριμύτεροι στον 3ο αγώνα. Ο Cowens σκόραρε 30 πόντους σε μόλις 32 λεπτά συμμετοχής καθότι φορτώθηκε με φάουλ, ο Havlicek (28 πόντοι, 12 ριμπάουντ, 7 ασίστ, 6 κλεψίματα) έκανε τα πάντα και η ασφυκτική πίεση της Βοστώνης οδήγησε το Milwaukee σε 27 λάθη αποφέροντας της τη νίκη (95-83) που ήταν και η τελευταία για την γηπεδούχο ομάδα σε αυτή τη σειρά. Οι Bucks πήραν το επόμενο παιχνίδι 97-89 με Jabbar (34 πόντοι, 14 ριμπάουντ, 6 ασίστ) και Dandridge (21 πόντοι) να ξεχωρίζουν και πάλι, όμως οι Celtics απάντησαν κερδίζοντας το 5ο 96-87 χάρη στους Havlicek (28 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 5 ασίστ) και Cowens (28 πόντοι).
Ο 6ος αγώνας ήταν ένας εκ των σπουδαιότερων στην ιστορία των τελικών του NBA και κρίθηκε μετά από δύο παρατάσεις. Σε μια πολύ κακή βραδιά για τον Cowens (13 πόντοι, 5/19 σουτ) ο Havlicek (36 πόντοι) πέτυχε τόσο το καλάθι που οδήγησε την αναμέτρηση στην παράταση όσο και αυτό που την έστειλε στην δεύτερη. Εκεί το προβάδισμα άλλαξε χέρια 11 φορές και εφτά δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη ο Havlicek έβαλε μπροστά τους Celtics 101-100. Τον τελευταίο λόγο όμως τον είχε ο Jabbar (34 πόντοι, 8 ριμπάουντ, 6 ασίστ). Το μακρινό sky-hook του έδωσε τη νίκη (102-101) στους Bucks που ανέκτησαν ξανά το πλεονέκτημα έδρας για το τελευταίο παιχνίδι. Τελικά αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο, αφού η Βοστώνη κέρδισε εύκολα 102-87. Με διπλά και τριπλά μαρκαρίσματα κράτησε τον Jabbar στους 26 πόντους και εφόσον ο Cowens (28 πόντοι, 14 ριμπάουντ) κέρδισε την προσωπική τους μονομαχία έφτασε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος με τον Havlicek να ανακηρύσσεται MVP των τελικών.
1975: Golden State Warriors
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που οι Bucks βρέθηκαν στους τελικούς του NBA μέχρι το 2021. Το 1975 δεν μπήκαν καν στα playoffs και στο τέλος της σεζόν ο Jabbar ζήτησε και πήρε ανταλλαγή για να παίξει στους Lakers. Οι Celtics πάλι είχαν όλα τα φόντα για να υπερασπιστούν τον τίτλο τους, αλλά τους προέκυψε νέος ανταγωνιστής στην Ανατολή. Οι Bullets που από την περασμένη χρονιά είχαν μετακομίσει στην Washington είχαν το καλύτερο ρεκόρ (60-22) στο NBA μαζί με τους πρωταθλητές και τους κέρδισαν 4-2 στους τελικούς της περιφέρειας με κορυφαίους τον Elvin Hayes (είχε μέσο όρο στην σειρά 25.3 πόντους και 10.7 ριμπάουντ) και τον Phil Chenier (24.8 πόντοι). Στην Δύση για την πρωτιά κονταροχτυπήθηκαν Warriors και Bulls που τα προηγούμενα χρόνια είχαν ηττηθεί στους τελικούς της περιφέρειας από Lakers και Bucks αντίστοιχα.
Στην κανονική περίοδο τους χώρισε μόλις μία νίκη (οι Warriors είχαν ρεκόρ 48-14 και οι Bulls 47-15) και στους τελικούς της Δύσης το Golden State μετά από μεγάλη μάχη πέρασε με 4-3. Οι Bullets θεωρούνταν πανίσχυρο φαβορί για τον τίτλο και προκειμένου να ξεκινήσουν τους τελικούς στην έδρα τους επέλεξαν να παίξουν τους δύο επόμενους αγώνες σε αυτή των Warriors. Το γήπεδο του Golden State δεν ήταν διαθέσιμο για τις αρχικές ημερομηνίες που είχε ορίσει το NBA το οποίο προκειμένου να διευκολύνει την κατάσταση πρότεινε ένα μοναδικό στα χρονικά πρόγραμμα το οποίο αρχικά ήθελε την Washington να δίνει τον πρώτο αγώνα των τελικών εκτός έδρας παρότι είχε πλεονέκτημα και στην συνέχεια να παίζει τρεις συνεχόμενους στο γήπεδο της. Προτίμησε όμως την δεύτερη εναλλακτική λύση και την πάτησε, αφού ηττήθηκε 101-95.
Εφόσον βρέθηκε γήπεδο να την φιλοξενήσει η σειρά μεταφέρθηκε στη νέα έδρα που δήλωσαν οι Warriors και στις επόμενες δύο αναμετρήσεις ανέλαβε δράση ο Rick Barry. Ως ένας από τους μεγαλύτερους σκόρερ στην ιστορία του NBA ο παίκτης που σούταρε με παραπάνω από 90% στις βολές χρησιμοποιώντας την περίφημη «κουτάλα» οδήγησε την ομάδα του σε ακόμα δύο νίκες (92-91 και 109-101) σημειώνοντας 36 και 38 πόντους αντίστοιχα. Ύστερα από το 3-0 οι Bullets έπαιξαν αναγκαστικά το τελευταίο τους χαρτί και αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν με σκληρά μαρκαρίσματα. Ο Barry βλέπετε δεν σκόραρε μόνο. Εκτός από 29.5 πόντους στους τελικούς είχε ακόμα μέσο όρο 5 ασίστ, 4 ριμπάουντ και 3.5 κλεψίματα αποτελώντας τον κεντρικό άξονα όλου του αγωνιστικού πλάνου του Golden State.
Γι’ αυτό όταν πήγε να έρθει στα χέρια με τον Mike Riordan, επειδή του έκανε ένα βάναυσο φάουλ, ο προπονητής του και πρώην συμπαίκτης του, Al Attles, εισέβαλε στο παρκέ και τσακώθηκε αυτός με τον forward των Bullets προκειμένου να αποβληθεί ο ίδιος και όχι ο καλύτερος του παίκτης. Οι Warriors έφτασαν στην κατάκτηση του πρωταθλήματος επικρατώντας 96-95 σε μια αναμέτρηση που στο τελευταίο ενάμισι λεπτό η μία ομάδα χάριζε αβίαστα τη μπάλα στην άλλη χωρίς καμία από τις δύο να μπορεί να βάλει καλάθι χάνοντας ακόμα και σουτ που δεν χάνονταν. Η Washington για 3η φορά στην σειρά, της οποίας MVP φυσικά ήταν ο Barry, απώλεσε διψήφια διαφορά και έχασε κατά κράτος (32-8) την μάχη του πάγκου όπου στο σύνολο της επικράτησε το Golden State με το εντυπωσιακότατο 147-61. Μάλιστα αυτό ήταν το πρώτο sweep από από ομάδα που έχει μειονέκτημα έδρας στους τελικούς και από τότε έχει προκύψει μόνο άλλο ένα. Αυτό των Rockets επί των Orlando Magic το 1995.
1976: Boston Celtics
Παρότι η επιτυχία τους θεωρήθηκε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις που έχουν γίνει ποτέ οι Warriors (από τότε έπαιξαν ξανά στους τελικούς το 2015) το 1976 είχαν το καλύτερο ρεκόρ (59-23) στο NBA και έδειχναν απόλυτα ικανοί για να ξαναπάρουν το πρωτάθλημα. Στα playoffs όμως αποκλείστηκαν αναπάντεχα από τους Suns με 4-3 στους τελικούς της Δύσης. Το Phoenix μπορεί να είχε κάνει μόνο 42 νίκες στην κανονική περίοδο και να μπήκε μόλις για δεύτερη φορά στην τότε σύντομη ιστορία του (εντάχθηκε στο NBA την σεζόν 1968/69) στα playoffs, αλλά με την επιλογή του Alvan Adams, που ήταν ο rookie της χρονιάς, στο νούμερο τέσσερα στο draft του 1975, την απόκτηση του Paul Westphal (ως προπονητής οδήγησε ξανά τους Suns στους τελικούς το 1993) και τους Curtis Perry, Dick Van Arsdale, Gar Heard, Keith Erickson και Ricky Sobers δημιούργησαν ένα σύνολο από το οποίο κάθε βράδυ προέκυπτε και ένας διαφορετικός πρωταγωνιστής.
Οι Bullets από την άλλη αποκλείστηκαν 4-2 από τους Cavaliers οι οποίοι στην πρώτη τους συμμετοχή στα playoffs έφτασαν μέχρι τους τελικούς της Ανατολής. Η επικράτηση τους σε αυτή την σειρά έμεινε στην ιστορία ως «Το Θαύμα του Richfield (η περιοχή που βρισκόταν το γήπεδο τους)», αλλά απέναντι στους Celtics δεν μπόρεσαν να κάνουν πολλά πράγματα και ηττήθηκαν 4-2. Αν και ο Havlicek αντιμετώπιζε πρόβλημα τραυματισμού η Βοστώνη στα δύο πρώτα παιχνίδια με τους Suns έδειξε την ανωτερότητα της. Πήρε τον πρώτο αγώνα 98-87 με κορυφαίους τον Cowens (25 πόντοι, 21 ριμπάουντ, 10 ασίστ) και τον White (22 πόντοι) που στον δεύτερο δεν χρειάστηκε να κάνουν πολλά πράγματα. Ο λαβωμένος Havlicek σκόραρε 23 πόντους ερχόμενος από τον πάγκο, οι Celtics στην 3η περίοδο ήταν μπροστά 72-43 και τελικά έφτασαν στο 2-0 με σκορ 105-90.
Το Phoenix δεν το έβαλε κάτω και απάντησε με δύο νίκες στην έδρα του. Με 33 πόντους και 14 ριμπάουντ από τον Adams επικράτησε στο 3ο παιχνίδι 105-98 και ισοφάρισε τη σειρά κερδίζοντας 109-107 μια αναμέτρηση στα πρώτα 10 λεπτά της οποίας έγιναν 21 φάουλ. Την μεγαλύτερη ζημιά στους Celtics την έκανε ο Westphal (28 πόντοι) που κατά την προηγούμενη τριετία φορούσε την φανέλα τους και κόντεψε να τους κλείσει το σπίτι στον 5ο αγώνα που κρίθηκε ύστερα από τρεις παρατάσεις και χαρακτηρίστηκε τότε ως το καλύτερο παιχνίδι που έχει γίνει ποτέ. Σίγουρα πάντως αποτελεί τον πιο επεισοδιακό τελικό όλων των εποχών. Στα κρισιμότερα σημεία η γραμματεία δεν σταματούσε το χρονόμετρο όταν έπρεπε με χαρακτηριστικότερο περιστατικό αυτό που διαδραματίστηκε στο τέλος της δεύτερης παράτασης.
Ο Havlicek (22 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 8 ασίστ) σκόραρε για να βάλει μπροστά την Βοστώνη 111-110 και με το άκουσμα της κόρνας της λήξης οι φίλαθλοι της κατέκλισαν το παρκέ. Οι Celtics θεωρώντας πως έχουν κερδίσει έφυγαν για τα αποδυτήρια την ώρα που μέσα στο πανδαιμόνιο που επικρατούσε ένας εκ των διαιτητών δέχτηκε επίθεση από τον κόσμο που μπήκε στο γήπεδο και μεταξύ άλλων αναποδογύρισε και το τραπέζι της γραμματείας. Ο Rick Barry όμως που προετοιμαζόταν για την δουλειά που θα έκανε στην τηλεόραση μετά το μπάσκετ και σχολίαζε τους τελικούς για λογαριασμό του καναλιού που τους κάλυπτε παρατήρησε πολύ σωστά πως μετά το καλάθι του Havlicek απέμεναν δύο δευτερόλεπτα και επεσήμανε εντόνως πως το χρονόμετρο θα έπρεπε να είχε σταματήσει άποψη που συμμερίστηκαν και οι διαιτητές.
Ύστερα από συνεννόηση με την γραμματεία πρόσθεσαν τελικά ένα δευτερόλεπτο στο ρολόι, διέταξαν την αποχώρηση των φιλάθλων από το παρκέ και κάλεσαν τους Celtics να επιστρέψουν από τα αποδυτήρια για να συνεχιστεί η αναμέτρηση. Με τόσο λίγο χρόνο στην διάθεση τους και την επαναφορά της μπάλας κάτω από το καλάθι τους αυτή η εξέλιξη ήταν δώρο άδωρο για τους Suns. Ο Westphal (25 πόντοι) όμως είχε την φαεινή ιδέα να ζητήσει time out ενώ δεν είχαν δικαίωμα για άλλο. Δέχτηκε τεχνική ποινή και η Βοστώνη κέρδισε μία ελεύθερη βολή, αλλά το Phoenix απέκτησε το δικαίωμα να επαναφέρει τη μπάλα από το κέντρο του γηπέδου. Ο White (33 πόντοι, 9 ασίστ) έκανε το σκορ 112-110, αλλά ο Heard (17 πόντοι, 12 ριμπάουντ, 4 κοψίματα, 3 κλεψίματα) με μια προσπάθεια που είναι γνωστή ως «The Shot Heard Around The World» πρόλαβε να ισοφαρίσει και να στείλει τον αγώνα σε 3η παράταση.
Αν και είχαν χάσει τον Cowens (26 πόντοι, 19 ριμπάουντ) με έξι φάουλ οι Celtics κατάφεραν να ξεφύγουν 128-122, όμως ο Westphal πήγε να γυρίσει μόνος του το παιχνίδι. Με δικά του καλάθια μείωσε στους δύο πόντους και κόντεψε να κλέψει για να ισοφαρίσει λίγο πριν την εκπνοή. Το 128-126 ήταν το τελικό σκορ αυτού του σπουδαίου αγώνα με τους Suns να δηλώνουν σίγουροι πως θα κερδίσουν τον επόμενο και να απειλούν πως δεν θα γυρίσουν στο Boston Garden για τον 7ο εάν η ασφάλεια του γηπέδου δεν μπορεί να εγγυηθεί την σωματική τους ακεραιότητα. Κάτι τέτοιο δεν χρειάστηκε να γίνει πάντως. Με απρόσμενο πρωταγωνιστή τον Charlie Scott (25 πόντοι, 11 ριμπάουντ, 5 κλεψίματα) και τον Cowens (21 πόντοι, 17 ριμπάουντ, 3 κλεψίματα) να κερδίζει την μονομαχία του με τον Adams (20 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 6 ασίστ) οι Celtics επικράτησαν 87-80 και έφτασαν στην κατάκτηση του τίτλου παίρνοντας την σειρά 4-2 με MVP των τελικών τον White.
1977: Portland Trail Blazers
Η ένωση με το ABA (το πρωτάθλημα της American Basketball Association διεξαγόταν παράλληλα με το NBA από το 1968 έως το 1976) έφερε νέες ομάδες (τους Nets που τότε είχαν έδρα τη Νέα Υόρκη, τους Spurs, τους Denver Nuggets και τους Indiana Pacers) και νέους αστέρες που ήρθαν άμεσα στο προσκήνιο με πρώτο και καλύτερο τον Julius Erving. Ο Dr. J αποτελούσε ήδη τον δημοφιλέστερο μπασκετμπολίστα στις ΗΠΑ λόγω του θεαματικού τρόπου παιχνιδιού του και αφού οδήγησε τους Nets σε δύο πρωταθλήματα στο ΑΒΑ το 1974 και το 1976 παραλίγο να κάνει το ίδιο και με τους Sixers στην πρώτη του σεζόν στο NBA το 1977. Στην Philadelphia βρέθηκε επειδή οι Nets αναγκάστηκαν ουσιαστικά να τον πουλήσουν προκειμένου να βρουν τα χρήματα για να πληρώσουν το απαιτούμενο ποσό για την συμμετοχή τους στο NBA και την έκανε αμέσως την καλύτερη ομάδα της Ανατολής.
Οι Sixers έφτασαν στους τελικούς για πρώτη φορά μετά το πρωτάθλημα του 1967 και καθοδόν απέκλεισαν στα playoffs τους Celtics 4-3. Εκεί αναμενόταν να συναντήσουν τους Lakers και τον Jabbar που για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ήταν ο MVP της κανονικής περιόδου, αλλά τέθηκαν αντιμέτωποι με τους Blazers οι οποίοι στην πρώτη τους εμφάνιση στην postseason πήραν και τον τίτλο (σ.σ. οι Suns δεν μπήκαν καν στα playoffs). Στο νούμερο ένα στο draft του 1974 είχαν επιλέξει τον Bill Walton που αρχικά δεν είχε την ίδια απίθανη πορεία που πραγματοποίησε στο NCAA με το UCLA, αλλά βάζοντας δίπλα του τον Maurice Lucas (20.2 πόντοι, 11.4 ριμπάουντ), που κατέφθασε από το ABA, τον είδαν να γίνεται για πρώτη φορά All-Star μετρώντας 18.6 πόντους, 14.4 ριμπάουντ και 3.2 κοψίματα ανά αγώνα όντας πρώτος ριμπάουντερ και πρώτος μπλοκέρ του NBA. Βασιζόμενοι λοιπόν στους ψηλούς τους πέταξαν έξω με 4-0 τους Lakers στους τελικούς της Δύσης και συνέχισαν τις εκπλήξεις με μια ανατροπή που πέρασαν 29 χρόνια μέχρι να επαναληφθεί.
Η Philadelphia, που πριν επιστρέψει στα playoffs το 1976 είχε μείνει εκτός τέσσερα συνεχόμενα χρόνια και το 1973 είχε γράψει ιστορία με το χειρότερο ρεκόρ (9-73) όλων των εποχών, μπήκε με τέτοια ορμή στο παρκέ που κόντεψε να ρεζιλέψει το Portland στους δύο πρώτους αγώνες της σειράς. Στον πρώτο παρότι η διαφορά ήταν μικρή (107-101) ανάγκασε τους Blazers να υποπέσουν σε 34 λάθη και είδε τον Erving (33 πόντοι) να μετατρέπει την αναμέτρηση σε προσωπικό του σόου από την πρώτη κιόλας στιγμή με ένα τρομερό κάρφωμα αμέσως μετά το τζάμπολ. Την δεύτερη την κέρδισε 107-89 με τα πνεύματα να οξύνονται σε σημείο που προκλήθηκε γενική σύρραξη μέσα στην οποία ο Doug Collins (27 πόντοι), που ήταν ο κορυφαίος των Sixers και στο πρώτο παιχνίδι είχε πετύχει 30 πόντους, να δεχτεί κατά λάθος μια μπουνιά από τον θηριώδη συμπαίκτη του Darryl Dawkins που αμέσως μετά πήγε να παίξει μποξ με τον Lucas.
Κατά πολλούς αυτό το επεισόδιο άλλαξε την έκβαση της σειράς, καθώς συσπείρωσε το Portland. Πριν την έναρξη του 3ου αγώνα ο Lucas πήγε στον πάγκο της Philadelphia για να συμφιλιωθεί με τους παίκτες της και στην συνέχεια τους έδωσε και κατάλαβαν. Έβαλε 27 πόντους, μάζεψε 15 ριμπάουντ, έδωσε 5 ασίστ και έκανε 3 κλεψίματα και με τον Walton να προσθέτει 20 πόντους, 18 ριμπάουντ, 9 ασίστ και 4 κοψίματα οι Blazers κέρδισαν 129-107. Τα πράγματα πήγαν ακόμα καλύτερα στον 4ο, αφού επικράτησαν 130-98 με κορυφαίο και πάλι τον Lucas (24 πόντοι, 12 ριμπάουντ). Στον 5ο ο Erving (37 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 7 ασίστ) έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του όμως οι Sixers ηττήθηκαν 110-104 και κάποια στιγμή έχαναν 91-69. Στον 6ο και τελευταίο πάλι ο Dr. J τα έδωσε όλα. Σημείωσε 40 πόντους, μοίρασε 8 ασίστ και η ομάδα του ανέτρεψε διαφορά 15 πόντων για να διεκδικήσει τη νίκη στα ίσα στο τέλος.
Το άστοχο σουτ του George McGinnis (28 πόντοι, 16 ριμπάουντ, 4 κλεψίματα) χάρισε τη νίκη (109-107) στους Blazers που με κορυφαίο τον Walton (20 πόντοι, 23 ριμπάουντ, 8 κοψίματα, 7 ασίστ), ο οποίος ήταν ο πολυτιμότερος παίκτης των τελικών, κατέκτησαν το μοναδικό πρωτάθλημα τους με 4-2. Αυτή ήταν μόλις η δεύτερη φορά που μια ομάδα επιστρέφει από το 2-0 για να πάρει το πρωτάθλημα. Το είχαν κάνει οι Celtics απέναντι στους Lakers το 1969 επικρατώντας 4-3 και μετά το Portland το πέτυχαν οι Heat κόντρα στους Mavericks το 2006 (4-2), οι Cavaliers που το 2016 κέρδισαν τους Warriors 4-3 και οι Bucks πέρυσι με τους Suns (4-2.).
Μία από τις λεπτομέρειες που έκριναν τον τίτλο ήταν η κατά διαστήματα σαρωτική επίθεση του Portland που σε όλες τις νίκες του ξεπέρασε τους 40 πόντους σε ένα δωδεκάλεπτο. Στο 3ο παιχνίδι έβαλε 42 στην 4η περίοδο για να πάει από το +5 (87-82) στο τελικό +22, στο 4ο σκόραρε 41 στην 3η κάνοντας το 57-46 του ημιχρόνου 98-67, στο 5ο σημείωσε ξανά 41 στο ίδιο σημείο για να μετατρέψει το 45-41 της ανάπαυλας σε 85-66 και στο 6ο με 40 πόντους στην 2η ξεκόλλησε από το 27-27 ξεφεύγοντας 67-55. Αφανείς ήρωες ο Lionel Hollins με 25 πόντους στον 4ο αγώνα και 20 στον 6ο και ο Bob Gross με 19 στον 3ο, 25 στον 5ο και 24 στον τελευταίο.
1978: Washington Bullets
Οι Blazers συνέχισαν με κεκτημένη ταχύτητα το 1978. Είχαν το καλύτερο ρεκόρ (58-24) στην κανονική περίοδο και ο Walton πήρε το βραβείο του MVP, αλλά ο σοβαρός τραυματισμός που κατέστρεψε την καριέρα του τους εκτροχίασε. Αποκλείστηκαν με 4-2 στα playoffs από τους Seattle SuperSonics (47-35) που έφτασαν για πρώτη φορά στους τελικούς για να αναμετρηθούν με τους Bullets (44-38) που επανήλθαν απρόσμενα στο προσκήνιο και κατέκτησαν το πρωτάθλημα. Η απόκτηση του Dandridge, που έμεινε ελεύθερος από τους Bucks, αποδείχτηκε κίνηση καθοριστικής σημασίας καθώς στο 4-2 επί των Sixers στους τελικούς της Ανατολής είχε μέσο όρο 26.7 πόντους στις τέσσερις νίκες τους και κόντρα στους Sonics πραγματοποίησε εξίσου σημαντικές εμφανίσεις.
Στην πρεμιέρα των πρώτων και μοναδικών έως τώρα τελικών ανάμεσα σε ομάδες με λιγότερες από 50 νίκες σε σεζόν 82 αγώνων έκανε την εμφάνιση της η παλιά κακή Washington πάντως. Οι Bullets κέρδιζαν με 19 πόντους διαφορά στην 4η περίοδο κι όμως έχασαν 106-102 με τον Fred Brown, που είχε το παρατσούκλι «Άμεση Επίθεση» επειδή ερχόταν από τον πάγκο όταν η ομάδα του χρειαζόταν άμεσα σκορ, να σημειώνει τους 16 από τους 30 πόντους του από εκεί και πέρα και να την οδηγεί στη νίκη. Το νέο σύστημα που δοκίμαζε το NBA προέβλεπε την διεξαγωγή των δύο επόμενων αγώνων στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ. Έτσι στο δεύτερο παιχνίδι της σειράς οι Bullets κατάφεραν να φτάσουν στην πρώτη νίκη της ιστορίας τους στους τελικούς επικρατώντας 106-98 με κορυφαίους τον Dandridge (34 πόντοι) και τον Hayes (25 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 4 κοψίματα).
Οι Sonics όμως γύρισαν στο Seattle για τις δύο επόμενες αναμετρήσεις έχοντας το προβάδισμα, καθώς κέρδισαν τον 3ο αγώνα 93-92. Στον 4ο πάλι απώλεσαν διαφορά 15 πόντων και χρειάστηκαν ένα καλάθι του Brown (18 πόντοι) και το κόψιμο του Dennis Johnson (33 πόντοι, 7 ριμπάουντ, 3 κοψίματα), ο οποίος παρότι point guard στο προηγούμενο παιχνίδι είχε κάνει 7 τάπες, στον Dandridge (23 πόντοι, 7 ασίστ, 2 κοψίματα) ώστε να στείλουν την αναμέτρηση στην παράταση. Εκεί ο αναπληρωματικός guard της Washington, Charles Johnson, έβαλε τους έξι από τους 14 πόντους του και έκανε την διαφορά υπέρ της ωθώντας την στην επικράτηση με 120-116. Στο 5ο παιχνίδι οι Bullets πλήρωσαν την αστοχία τους στις βολές (9/20 στο δεύτερο ημίχρονο) και εφόσον δεν μπόρεσαν να σταματήσουν Brown (26 πόντοι) και Johnson (24 πόντοι) ηττήθηκαν 98-94.
Παρόλα αυτά η αντίδραση τους ήταν εκκωφαντική. Με τον Hayes να έχει 21 πόντους, 15 ριμπάουντ και 5 κοψίματα, τον Dandridge να ακολουθεί με 19 πόντους και τέσσερις αναπληρωματικούς τους να έχουν διψήφιο αριθμό πόντων (ο πάγκος τους συνεισέφερε συνολικά 63 πόντους) κέρδισαν 117-82 πετυχαίνοντας την μεγαλύτερη σε έκταση νίκη στην ιστορία των τελικών του NBA ρεκόρ το οποίο ξεπέρασαν το 1998 οι Bulls κερδίζοντας στον 3ο αγώνα τους Utah Jazz με 42 πόντους διαφορά (96-54). Ο τίτλος λοιπόν θα κρινόταν στο 7ο και τελευταίο παιχνίδι στο Seattle. Με τον Johnson να έχει 0/11 σουτ οι Sonics βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, αλλά το πάλεψαν μέχρι το τέλος. Μείωσαν 101-99, έκαναν φάουλ στον Unseld (15 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 6 ασίστ) που μπορεί να σούταρε με κάτι παραπάνω από 50% στις βολές αλλά τις έβαλε και τις δύο και είδαν τον Dandridge (19 πόντοι) να διαμορφώνει το τελικό 105-99 και να σφραγίζει το μοναδικό πρωτάθλημα της Washington.
MVP της σειράς ίσως ο πιο ιδιαίτερος παίκτης που έχει περάσει ποτέ από το NBA. Με ύψος μόλις 2.01 μέτρα ο Wes Unseld αγωνιζόταν ως center και ξεχώριζε για τρία πράγματα. Για την δύναμη του, την τρομακτική ικανότητα του στα ριμπάουντ και για την δημιουργικότητα του. Το 1969 με μέσο όρο 13.8 πόντους και 18.2 ριμπάουντ εκτός από rookie της χρονιάς είχε αναδειχτεί και MVP της κανονικής περιόδου (μαζί με τον Chamberlain αποτελούν τους μόνους παίκτες στην ιστορία του NBA που έχουν πάρει και τα δύο βραβεία την ίδια χρονιά), καθώς λόγω της παρουσίας του οι Bullets από τελευταίοι στην Ανατολή την περασμένη σεζόν είχαν το καλύτερο ρεκόρ (57-25) στο NBA. Δεν σκόραρε πολύ, όμως ήταν εκ των κορυφαίων αμυντικών της εποχής.
Το 1978 είχε 7.6 πόντους, 11.9 ριμπάουντ και 4.1 ασίστ ανά αγώνα στην κανονική περίοδο, 9.4 πόντους, 12 ριμπάουντ και 4.4 ασίστ στα playoffs, ενώ στους τελικούς (9 πόντοι, 11.7 ριμπάουντ, 3.9 ασίστ) ξεχώρισε για τον λόγο που έμεινε στην ιστορία και μπήκε στο Hall of Fame. Γιατί έκανε τέλεια όλα εκείνα τα μικρά αλλά εξαιρετικά χρήσιμα πράγματα που μπορούν να οδηγήσουν μία ομάδα στη νίκη όμως δεν αποτυπώνονται στην στατιστική. Στους τελικούς του ’78 καθιερώθηκε και η περίφημη φράση «τίποτα δεν έχει τελειώσει μέχρι να τραγουδήσει η στρουμπουλή κυρία». «The Opera Isn’t Over ‘Til The Fat Lady Sings», ήταν η ατάκα που υιοθέτησε κατά την διάρκεια των playoffs ο προπονητής των Bullets Dick Motta για να μετριάσει τον ενθουσιασμό των φιλάθλων στην πορεία προς τον τίτλο θέλοντας η ομάδα του να διατηρήσει τη νοοτροπία του αουτσάιντερ. Όταν δε κατέκτησαν το πρωτάθλημα ο ίδιος και οι παίκτες του πανηγύρισαν φορώντας μπλουζάκια που έγραφαν επάνω το μότο που τους συνόδευσε μέχρι την κορυφή.
1979: Seattle SuperSonics
Ως πρώτοι σε Ανατολή και Δύση αντίστοιχα με πάνω από 50 νίκες αυτή τη φορά Bullets και Sonics επέστρεψαν το 1979 στους τελικούς για τον δεύτερο γύρο της μεταξύ τους μονομαχίας. Σε αντίθεση με την προηγούμενη σεζόν η Washington ήταν αυτή που είχε το πλεονέκτημα έδρας και το εκμεταλλεύτηκε με τα χίλια ζόρια, αφού δεν έλεγε να εγκαταλείψει με τίποτα τις κακές συνήθειες της. Είχε προβάδισμα 18 πόντων στην 4η περίοδο και προκειμένου να κερδίσει 99-97 χρειάστηκε δύο εύστοχες βολές ένα δευτερόλεπτο πριν από τη λήξη από τον αναπληρωματικό της point guard Larry Wright ο οποίος ήταν ο πρώτος της σκόρερ με 26 πόντους. Στο δεύτερο παιχνίδι όμως η άμυνα του Seattle τον κράτησε στους οκτώ και απομόνωσε Hayes (20 πόντοι, 14 ριμπάουντ, 3 κοψίματα) και Dandridge (21 πόντοι, 5 ριμπάουντ, 5 ασίστ).
Οι Sonics δέχτηκαν 11 πόντους από τον πρώτο στην πρώτη περίοδο, εξανάγκασαν τον δεύτερο σε 8/23 σουτ και στο δεύτερο ημίχρονο επέτρεψαν στους Bullets να σκοράρουν μόνο 30 πόντους. Έτσι οδηγούμενοι από τον Dennis Johnson (20 πόντοι, 6 ασίστ, 3 κλεψίματα, 2 κοψίματα) και τον Gus Williams (23 πόντοι, 5 ασίστ, 2 κλεψίματα) ισοφάρισαν την σειρά κερδίζοντας 92-82. Ο Williams στους τελικούς του ’78 είχε μόνο 16.3 πόντους ανά αγώνα, αλλά το ’79 είχε παρουσιαστεί εξαιρετικά ανεβασμένος και διατεθειμένος να ρεφάρει. Χάρη στους 31 πόντους του, την πολύπλευρη συνεισφορά του Johnson (17 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 9 ασίστ) και την επιθετική ενεργοποίηση του Jack Sikma (21 πόντοι, 17 ριμπάουντ, 2 κοψίματα) το 2-1 ήρθε πολύ πιο εύκολα από όσο μπορεί να δείχνει το τελικό 105-95.
Η Washington δεν κατάφερε να διεκδικήσει με αξιώσεις τη νίκη σε ένα παιχνίδι που είχε σε μεγάλη βράδια τον Unseld (23 πόντοι, 14 ριμπάουντ) γιατί ο Hayes (19 πόντοι, 14 ριμπάουντ) με τον Dandridge (28 πόντοι, 7 ριμπάουντ, 5 ασίστ) δεινοπάθησαν με 5/20 και 11/27 σουτ αντίστοιχα. Παρόλα αυτά το έκανε στον 4ο αγώνα και ας μην είχε κανένας παίκτης της πάνω από 18 πόντους. Η βοήθεια που της πρόσφεραν από τον πάγκο ο Charles Johnson (18 πόντοι) με τον Greg Ballard (11 πόντοι, 6 ριμπάουντ) και η καλή εμφάνιση του Kevin Grevey (18 πόντοι) αρκούσαν για να οδηγηθεί η αναμέτρηση στην παράταση, όμως οι σταρ του Seattle επισκίασαν τους δικούς της. Unseld (16 πόντοι, 16 ριμπάουντ), Hayes (18 πόντοι, 8 ριμπάουντ) και Dandridge (16 πόντοι, 8 ριμπάουντ, 6 ασίστ) ηττήθηκαν κατά κράτος από τον Williams (36 πόντοι) και τον Johnson (32 πόντοι, 10 ριμπάουντ, 4 κοψίματα) που είχαν ξανά στο πλευρό τους τον Sikma (20 πόντοι, 17 ριμπάουντ, 5 κοψίματα).
Αφού επιβίωσαν από μια τόσο μεγάλη μάχη επικρατώντας 114-112 οι Sonics βρέθηκαν μία νίκη μακριά από τον τίτλο και πήγαν στην Washington για να τελειώσουν την σειρά. O Hayes (29 πόντοι, 14 ριμπάουντ) δεν έτοιμος να παραδοθεί ακόμα και σκόραρε 20 πόντους στο πρώτο ημίχρονο, όμως με εξαίρεση τον Dandridge (21 πόντοι, 9 ριμπάουντ, 7 ασίστ) δεν είχε άλλο στήριγμα. Το Seattle πάλι είδε όλους τους βασικούς του να έχουν διψήφιο αριθμό πόντων, πήρε 14 από τον Brown που ως συνήθως ήρθε από τον πάγκο και με μπροστάρηδες τον Johnson (21 πόντοι, 5 ασίστ) που πήρε το βραβείο του MVP των τελικών και τον Williams (23 πόντοι, 3 κλεψίματα) έφτασε στην κατάκτηση του μοναδικού πρωταθλήματος του με 4-1 κερδίζοντας 97-93.
Ο Johnson έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους καλύτερους αμυντικούς όλων των εποχών και συνέχισε να ξεχωρίζει και στα 80’s, καθώς κατέκτησε άλλα δύο πρωταθλήματα (1984, 1986) ως βασικός point guard των Celtics. Οι Sonics πάλι υπερασπίστηκαν αξιοπρεπώς τον τίτλο τους φτάνοντας το 1980 μέχρι τους τελικούς της Δύσης όπου αποκλείστηκαν 4-1 από τους Lakers οι οποίοι τους διαδέχτηκαν στην κορυφή και από τότε έπαιξαν ξανά στους τελικούς το 1996. Όσο για τους Bullets αποκλείστηκαν από τους Sixers, που ήταν οι αντίπαλοι των Lakers στους τελικούς, στον πρώτο γύρο των playoffs και στα 41 που έχουν περάσει δεν έχουν προχωρήσει πιο πέρα από τον δεύτερο γύρο.







Αφήστε μια απάντηση