Ο Paul Westhead είναι πραγματικά μια μοναδική περίπτωση προπονητή. Αποτελεί τον εμπνευστή της καλύτερης επίθεσης στην ιστορία του NCAA και ταυτόχρονα είναι υπεύθυνος για την χειρότερη άμυνα όλων των εποχών στο NBA.
Η σταδιοδρομία του 81χρονου τεχνικού στους πάγκους δεν μοιάζει με κανενός άλλου προπονητή. Μετά από εννιά χρόνια στο Κολεγιακό Πρωτάθλημα με το La Salle, το καλοκαίρι του 1979 προσλήφθηκε στο τεχνικό επιτελείο των Los Angeles Lakers ως βοηθός του τότε τεχνικού της ομάδας Jack McKinney, ο οποίος τον είχε παίκτη όταν ήταν assistant coach στο Saint Joseph’s στο NCAA στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο McKinney μόλις είχε αναλάβει τους Lakers, που ήταν η πρώτη του δουλειά ως πρώτος προπονητής στο NBA και πρόλαβε να τους καθοδηγήσει για μόλις 14 παιχνίδια, αφού είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα με το ποδήλατο.
Στις 10 Νοεμβρίου του 1979, ενώ ήταν καθ’ οδόν για να συναντήσει τον Westhead, με τον οποίο θα έπαιζαν τένις, έκοψε ταχύτητα για να σταματήσει σε ένα STOP και οι τροχοί του ποδηλάτου μπλόκαραν με αποτέλεσμα να εξφενδονιστεί από την σέλα και να πέσει στην άσφαλτο με το κεφάλι. Επί τρεις μέρες ήταν σε κώμα και οι εγκεφαλικές ζημιές που υπέστη δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει τη σεζόν (σ.σ. επέστρεψε την επόμενη αναλαμβάνοντας τους Indiana Pacers και αναδείχτηκε προπονητής της χρονιάς στο NBA για το 1981). Ο Westhead πήρε την θέση του και συνεχίζοντας την φιλοσοφία του γρήγορου και θεαματικού μπάσκετ, την οποία ασπαζόταν και ο ίδιος (σ.σ. μαζί με τον McKinney ήταν αυτοί που έβαλαν τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το περίφημο Showtime των Lakers στα 80’s), οδήγησε τους Lakers στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1980.
Παρόλα αυτά η συνέχεια της καριέρας του στο NBA δεν ήταν ανάλογη. Το 1981 οι Lakers έπεσαν θύμα έκπληξης στα playoffs και αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο από τους Houston Rockets, που έφτασαν μέχρι τους τελικούς χάνοντας το πρωτάθλημα από τους Boston Celtics. Οι σχέσεις του Westhead με τον Magic Johnson δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές και έτσι μετά από τέσσερις ήττες στα πρώτα 11 παιχνίδια της σεζόν 1981/82 απολύθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Pat Riley τον οποίο είχε επιλέξει για βοηθό του. Η επόμενη χρονιά τον βρήκε στον πάγκο των Chicago Bulls, αλλά μετά το πενιχρό 28-54 στην κανονική περίοδο έχασε τη δουλειά του και έμεινε δύο χρόνια μακριά από τους πάγκους φτάνοντας σε σημείο να σκεφτεί να γίνει ασφαλιστής.
Στον επόμενο σταθμό της καριέρας του πάντως έγραψε ιστορία. Επέστρεψε στο κολεγιακό μπάσκετ για να αναλάβει το Loyola Marymount και μπόρεσε να εφαρμόσει απόλυτα τον τρόπο που ήθελε να παίζει, ο οποίος ήταν γνωστός ως: «Το Σύστημα». Η μόνη αρχή που είχε «Το Σύστημα» ήταν αδιάκοπη και αμείλικτη επίθεση μέσα από ταχύτατους αιφνιδιασμούς και επιθέσεις 5-7 δευτερολέπτων, με σκοπό να προκαλέσει εξοντωτική κούραση στους αντιπάλους ώστε να μην μπορούν να ακολουθήσουν τον ξέφρενο ρυθμό. Στην αρχή αυτή η φιλοσοφία δεν ήταν αποδοτική, όμως όταν ο Westhead βρήκε τους κατάλληλους παίκτες η ομάδα του έκανε απίθανα πράγματα. Με την προσθήκη του Bo Kimble και του Hank Gathers, των οποίων η υποτροφία δεν ανανεώθηκε από το γειτονικό USC (University of Southern California), το Loyola Marymount άρχισε να σκοράρει κατά ριπάς και να προσφέρει πλούσιο θέαμα.
Έτσι λοιπόν το 1988 είχε την καλύτερη επίθεση στο NCAA με μέσο όρο 110.2 πόντους, ενώ κατά την διάρκεια της χρονιάς έκανε 25 συνεχόμενες νίκες και πήρε μέρος στο March Madness για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια περνώντας μάλιστα και έναν γύρο. Το 1989 ο Gathers έγινε μόλις ο δεύτερος παίκτης, μετά τον Xavier McDaniel το 1985, που ήταν πρώτος σκόρερ (32.7 πόντοι) και πρώτος ριμπάουντερ (13.7 ριμπάουντ) του Κολεγιακού Πρωταθλήματος την ίδια σεζόν και οι Lions (το προσωνύμιο του Loyola Marymount) είχαν ξανά την κορυφαία επίθεση με 112.5 πόντους ανά αγώνα. Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς «Το Σύστημα» είχε δουλέψει στην εντέλεια απέναντι στο Alliant International και οι παίκτες του Westhead, αφού σταμάτησαν στους 162 πόντους στην πρώτη συνάντηση ανάμεσα στις δύο ομάδες στις 7 του μήνα, στην δεύτερη τρεις εβδομάδες μετά κατέρριψαν το ρεκόρ των περισσότερων πόντων σε ένα παιχνίδι φτάνοντας τους 181!
Το 181-150 με το οποίο είχαν επικρατήσει αποτελεί το μεγαλύτερο σκορ όλων των εποχών στο NCAA, ενώ στις 5 Ιανουαρίου του 1991 το Loyola Marymount, έστω και αν ο Westhead είχε επιστρέψει στο NBA, ξεπέρασε το δικό του ρεκόρ πόντων φορτώνοντας το καλάθι του Alliant International με 186. Το 1990 ήταν η σειρά του Kimble να αναδειχτεί πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με μέσο όρο 35.3 πόντους και η επιθετική παραγωγικότητα των Lions εκτινάχτηκε στους 122.4 ανά αγώνα, επίδοση η οποία αποτελεί την κορυφαία στην ιστορία του NCAA. Η σεζόν όμως σημαδεύτηκε από μία τραγωδία. Τον Δεκέμβριο του 1989 ο Gathers κατέρρευσε κατά την διάρκεια ενός αγώνα και οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε έδειξαν πως αντιμετωπίζει καρδιολογικό πρόβλημα. Συνέχισε να αγωνίζεται κάνοντας χρήση φαρμακευτικής αγωγής, η οποία όμως επηρέαζε την απόδοση του σε μεγάλο βαθμό.
Όσο πλησίαζε το March Madness άρχισε να την μειώνει όλο και περισσότερο, όπως έγινε γνωστό αργότερα τις μέρες των αγώνων δεν την ακολουθούσε καθόλου, ενώ απέφυγε να υποβληθεί σε τεστ που θα έδειχνε εάν όλα αυτά επιβαρύνουν την κατάσταση του με αποτέλεσμα στις 4 Μαρτίου του 1990 να αφήσει την τελευταία του πνοή στο παρκέ εν ώρα παιχνιδιού. Ο θάνατος του ενέπνευσε την τρομερή πορεία της ομάδας του που βρέθηκε ένα βήμα μακριά από το Final Four. Στην καλύτερη σεζόν που έχει κάνει ποτέ το Loyola Marymount απέκλεισε στον πρώτο γύρο με 111-92 το New Mexico State, στον δεύτερο πέτυχε ρεκόρ πόντων στην ιστορία του March Madness και έστειλε σπίτι του το Michigan που είχε πάρει το πρωτάθλημα το 1989 κερδίζοντας το 149-115, στην φάση των «16» πέρασε με 62-60 την Alabama και στα προημιτελικά έχασε 131-101 από το UNLV (University Nevada-Las Vegas) που έφτασε μέχρι την κατάκτηση του τίτλου.
Ο Westhead παραιτήθηκε και ανέβαλε τους Denver Nuggets. Η νέα του ομάδα προερχόταν από μια εξαιρετική περίοδο κατά την οποία συμμετείχε επί εννιά συνεχόμενα χρόνια στα playoffs υπό την καθοδήγηση του Doug Moe και αποστολή του ήταν να την οδηγήσει σε μια μεταβατική περίοδο. Οι Nuggets ήταν ούτως ή άλλως μια φύση επιθετική ομάδα, που στο διάστημα που αναφέραμε είχε σχεδόν κάθε χρόνο την καλύτερη επίθεση στο NBA ξεπερνώντας ορισμένες χρονιές τους 120 πόντους ανά αγώνα, οπότε «Το Σύστημα» φαινόταν πως θα τους ταίριαζε γάντι.
Με αυτό τον τρόπο παιχνιδιού ο Michael Adams (26.5 πόντοι, 10.5 ασίστ) και ο Orlando Woolridge (25.1 πόντοι) έκαναν την καλύτερη σεζόν της καριέρας τους, ενώ ο βετεράνος Walter Davis (18.7 πόντοι) ξανάνιωσε στα 36 του. Με μπροστάρηδες αυτούς τους τρεις το Denver σκόραρε κατά μέσο όρο 119.9 πόντους και είχε την κορυφαία επίθεση στο NBA, αλλά ταυτόχρονα διέθετε το χειρότερο ρεκόρ (20-62). Βλέπετε «Το Σύστημα» απέδωσε στην μία πλευρά του παρκέ, όμως στην άλλη «εκπυρσοκρότησε». Η φυσική κατάσταση των παικτών του NBA ήταν μακράν ανώτερη από αυτών του NCAA, οπότε οι Nuggets δεν μπορούσαν να κουράσουν καμία ομάδα με τα τρεξίματα τους και κάθε βράδυ έβλεπαν τους αντιπάλους τους να τους κάνουν αυτό που ήθελαν να κάνουν οι ίδιοι σε αυτούς.
Όλοι οι αγώνες τους λοιπόν ήταν ένα επιθετικό φεστιβάλ, αλλά για τις άλλες ομάδες που απέναντι τους σκόραραν 130.8 πόντους ανά αγώνα. Η χειρότερη άμυνα στην ιστορία του NBA δεν δέχτηκε ούτε μία φορά κάτω από 100 πόντους, ενώ μόλις τρεις αντίπαλοι της δεν μπόρεσαν να περάσουν τους 110. Οι Charlotte Hornets που ηττήθηκαν 111-104, οι Minnesota Timberwolves που έχασαν 112-105 και 121-108 και οι Utah Jazz που επικράτησαν 106-98. Μόλις στο πρώτο παιχνίδι της σεζόν οι Nuggets έχασαν 162-158 από τους Golden State Warriors στην αναμέτρηση με το μεγαλύτερο σκορ όλων των εποχών χωρίς παράταση και μέχρι να κερδίσουν για πρώτη φορά, έκαναν εφτά ήττες στις οποίες οι λιγότεροι πόντοι που δέχτηκαν ήταν οι 140 που τους έβαλαν οι Dallas Mavericks.
Κατά την διάρκεια αυτού του αρνητικού σερί ηττήθηκαν 161-153 από τους San Antonio Spurs σε έναν αγώνα που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γίνει νέο ρεκόρ πόντων αν οι δύο ομάδες δεν έμεναν στο μηδέν επί δύο συνεχόμενα λεπτά στο τέταρτο δωδεκάλεπτο. Επίσης τρεις μέρες αργότερα είδαν τους Suns να σκοράρουν απέναντι τους 173 πόντους και να ισοφαρίζουν το ρεκόρ των Boston Celtics για τους περισσότερους πόντους σε αγώνα χωρίς παράταση που κρατούσε από το 1959 (στις 27 Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς οι Celtics είχαν επικρατήσει των τότε Minneapolis Lakers με 173-139).
Εκτός αυτού το Phoenix συνέτριψε το ρεκόρ για τους πιο πολλούς πόντους σε ένα ημίχρονο στην ιστορία του NBA φτάνοντας τους 107 στο πρώτο μέρος της αναμέτρησης (μέχρι τότε η κορυφαία επίδοση ανήκε στους Spurs που είχαν πετύχει 91 πόντους στο δεύτερο ημίχρονο της ήττας τους από τους Nuggets με 163-155 στις 11 Ιανουαρίου του 1984) και έσπασε και αυτό για τους περισσότερους πόντους σε ένα δωδεκάλεπτο με τους 57 που σημείωσε στο δεύτερο (μέχρι τότε το ρεκόρ κατείχαν οι Baltimore Bullets που είναι οι σημερινοί Washington Wizards και στις 18 Δεκεμβρίου του 1965 είχαν κερδίσει τους Detroit Pistons 143-114 σκοράροντας 52 πόντους στην 2η περίοδο). Για την ιστορία στο ημίχρονο οι Suns κέρδιζαν 107-67 και τελικά επικράτησαν 173-143.
Πέρα από αυτά οι Nuggets το 1991 είχαν δεχτεί ακόμα 161 πόντους από τους τότε Washington Bullets, έξι φορές 150 έως 159 πόντους, 15 φορές 140 έως 149, 13 φορές 130 έως 139 και 28 φορές 120 έως 129. Εννοείται πως με τέτοια άμυνα ήταν η χαρά κάθε αντιπάλου. Δέχτηκαν παραπάνω από 40 πόντους σε ένα παιχνίδι από 11 διαφορετικούς παίκτες με πολλούς από αυτούς να πραγματοποιούν απέναντι τους την κορυφαία εμφάνιση της καριέρας του. Στην ήττα με 161-133 από τους Bullets ο Bernand King τους έβαλε 52 πόντους και ξεπέρασε τους 50 για πρώτη φορά μετά το 1985. Ο Charles Smith των Los Angeles Clippers έκανε ρεκόρ καριέρας με 52 πόντους οδηγώντας την ομάδα του στη νίκη (137-121) και ο Vernon Maxwell των Houston Rockets (κέρδισαν 126-120) έκανε ατομικό ρεκόρ στα τρίποντα (8/12) πετυχαίνοντας 45 πόντους (η δεύτερη καλύτερη επίδοση της καριέρας του).
Ο Larry Bird είχε σκοράρει 43 πόντους (η προτελευταία «40άρα» της καριέρας του) ώστε οι Celtics να κερδίσουν 148-140, στο 161-153 με τους Spurs ο David Robinson έκανε ρεκόρ καριέρας για τότε με 43 πόντους, στην ήττα με 138-110 από τους τότε New Jersey Nets ο rookie της χρονιάς Derrick Coleman έκανε προσωπικό ρεκόρ με 42, όπως και ο Sherman Douglas που σταμάτησε και αυτός στους 42 πόντους στη νίκη των Miami Heat με 124-114. Κατά τα άλλα ο Charles Barkley τους φιλοδώρησε με 41 και 40 πόντους στις νίκες των Philadelphia 76ers με 120-104 και 135-126 αντίστοιχα, ο Karl Malone τους είχε βάλει 41 στη νίκη των Utah Jazz με 121-110, ο Sleepy Floyd των Rockets σκόραρε 40 ερχόμενος από τον πάγκο για να επικρατήσει η ομάδα του 129-99 και ο Dennis Scott των Orlando Magic (κέρδισαν 129-113) είχε κάνει ρεκόρ καριέρας για τότε με 40 πόντους.
Το απόλυτο highlight πάντως δεν ήταν άλλο από το ρεκόρ καριέρας του Dennis Rodman, που το 1991 είχε αναδειχτεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά κορυφαίος αμυντικός του πρωταθλήματος. Στη δύσκολη νίκη των Pistons επί των Nuggets με 118-107 έκανε την συνηθισμένη δουλειά του μαζεύοντας 23 ριμπάουντ και κατάφερε να σημειώσει και 34 πόντους! Ύστερα από όλα αυτά το Denver επέλεξε τον Dikembe Mutombo στο νούμερο τέσσερα του draft και ο Westhead εγκατέλειψε την φουλ επιθετική τακτική του. Το 1992 η ομάδα του βελτιώθηκε μεν αμυντικά κατά πολύ, καθώς δεχόταν μόνο 107.6 πόντους ανά αγώνα, όμως είχε την 3η χειρότερη επίθεση του NBA με μέσο όρο 99.7 πόντους. Ακόμα και έτσι έκανε μόνο τέσσερις νίκες παραπάνω (24-58) και ο Westhead απολύθηκε.
Από τότε στο NBA δούλεψε ξανά μόνο ως βοηθός για δυο χρονιές στους Warriors στα τέλη των 90’s, μία στους Magic το 2005 και άλλη μία στους SuperSonics στην τελευταία τους σεζόν στο Seattle το 2008. Μετά τους Nuggets επέστρεψε στο NCAA για να καθίσει στον πάγκο του George Mason. «Το Σύστημα» όμως δεν έπιασε και μετά από τέσσερις χρονιές με 38 νίκες, 70 ήττες και τους Patriots (το προσωνύμιο του George Mason) να έχουν μία από τις χειρότερες άμυνες του Κολεγιακού Πρωταθλήματος, αντικαταστάθηκε. Παρόλα αυτά δεν εγκατέλειψε ποτέ την φιλοσοφία του και την εφάρμοσε και στο γυναικείο μπάσκετ. Στη μία χρονιά (2007) που κάθισε στον πάγκο των Phoenix Mercury ο Westhead χρησιμοποίησε «Το Σύστημα» και τις οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος στο WNBA έχοντας παράλληλα με την καλύτερη επίθεση και την χειρότερη άμυνα.

Το ίδιο πάνω κάτω συνέβαινε σε όλες τις ομάδες του. Ακόμα και το Loyola Marymount, που αποτελεί το σπουδαιότερο δημιούργημα του, τις χρονιές που έβαζε περισσότερους πόντους από κάθε άλλη ομάδα δεχόταν και τους τους πιο πολλούς. Αναγκαίο κακό αφού «Το Σύστημα» έλεγε πως όταν ο αντίπαλος τα «φτύσει» και καταρρεύσει, η νίκη θα έρθει εύκολα όσους πόντους και αν του έχεις επιτρέψει να βάλει καθώς εσύ θα συνεχίσεις να τρέχεις και να σκοράρεις ανενόχλητος. Όπως αποδείχτηκε όμως, απέναντι σε ομάδες με παίκτες υψηλότερου επιπέδου που είναι ισάξιοι ή καλύτεροι αθλητές από τους δικούς σου είσαι καταδικασμένος. Ακόμα και έτσι πάντως ο Westhead (μέχρι το 2014 ήταν ο προπονητής της γυναικείας ομάδας του Oregon στο NCAA) δεν θέλησε ποτέ να το αλλάξει ή να το προσαρμόσει γιατί απλά όπως έχει παραδεχτεί ήταν πολύ ξεροκέφαλος για να το κάνει.







Αφήστε μια απάντηση